Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Ὄσιρις

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: Ὄσῑρις Medium diacritics: Ὄσιρις Low diacritics: Όσιρις Capitals: ΌΣΙΡΙΣ
Transliteration A: Ósiris Transliteration B: Osiris Transliteration C: Osiris Beta Code: *)/osiris

English (LSJ)

ὁ,

   A Osiris, Hdt.2.42, etc.; gen. Ὀσείριδος IG11(4).1234 (Delos, ii B. C.), Ὀσίριος Hdt. l. c., OGI90.10 (Rosetta, ii B. C.), Ὀσίρεως Man. ap. J.Ap.1.26 ; dat. Ὀσίριδι IG22.1367.4, Ὀσίρει OGI60.4 (Canopus, iii B. C.): Ὀσίριδος ἀστήρ, = the planet Jupiter, Ach.Tat. Intr.Arat.17: Ὀσῑρίειον, τό, temple of O., Sammelb.5022 (Ptolemaic) ; later Ὀσῑρεῖον, Theognost.Can.129:—Verb Ὀσῑριάζω, to be given to his worship, Dam. ap. Suid. s.v. Ἀσκληπιόδοτος (-ράζ- codd.) :—Adj. Ὀσῑριακός, τὰ -κά Plu.2.360f: fem. Adj. Ὀσῑριάς, Dam.Isid.107; πόα, = ὄσιρις, Aët.1.304.

Greek (Liddell-Scott)

Ὄσῑρις: ὁ, θεότης Αἰγυπτιακή, Ἡρόδ. 2, 42, κτλ.· γεν. Ὀσίριδος, παρ’ Ἡροδ. καὶ ἐν ἐπιγραφαῖς Ὀσίριος, Ὀσίρεως, παρ’ Ἰωσήπῳ: δοτ. Ὀσίριδι, Ἰων. Ὀσίρι· ― Ὀσίρειον, τό, ὁ ναὸς αὐτοῦ, Θεογνώστ. Κανόν. 129. 22· ― ῥῆμα, Ὀσῑριάζω, δίδομαι εἰς τὴν λατρείαν αὐτοῦ, Δαμασκ. παρὰ Σουΐδ. ἐν λ. Ἀσκληπιόδοτος.

French (Bailly abrégé)

Ὀσίριδος (ὁ) ; gén. ion. Ὀσίριος;
Osiris, dieu égyptien, personnification du soleil.

Greek Monolingual

ο (Α Ὄσιρις, -ιδος, γεν. και Ὀσίρεως και ιων. τ. γεν. Ὀσίριος)
σημαντικότατη θεότητα, η πιο περίπλοκη, του αιγυπτιακού πανθέου, η λατρεία της οποίας άσκησε τη μεγαλύτερη επίδραση στη διαμόρφωση τών αρχαιότατων μύθων και τοπικών δοξασιών και η οποία είχε διπλή υπόσταση: ήταν θεός της γονιμότητας και προσωποποίηση του νεκρού βασιλιά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αιγυπτιακό Ws'r].

Russian (Dvoretsky)

Ὄσῑρις: ιδος, ион. ιος ὁ Осирид или Осирис (бог солнца, верховное божество египтян, супруг Исиды, греками отожд. с Вакхом) Her., Plut.