Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὑποκάτω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ὑποκάτω Medium diacritics: ὑποκάτω Low diacritics: υποκάτω Capitals: ΥΠΟΚΑΤΩ
Transliteration A: hypokátō Transliteration B: hypokatō Transliteration C: ypokato Beta Code: u(poka/tw

English (LSJ)

[ᾰ], Adv.

   A below, under, c. gen., ὑ. τῆς ἐκροῆς Pl.Phd. 112d; ὑ. ἐμοῦ κατακλίνου Id.Smp.222e; τὸ ὑ. τοῦ νοηθέντος Epicur. Ep.1p.18U.; τὸ Αητῷον, ὃ ὑ. Πουρέου ἐστί SIG826 E34 (Delph., ii B. C.): abs., Pl.Lg.844c, IG12(5).872.19 (Tenos, iii B. C.); ὑ. παραγράψαι τι Hyp.Eux.30.    II in Logic, τὸ ὑ. γένος the subordinate genus, opp. τὸ ἐπάνω, Arist.Top.143a21; τὰ ὑ. ib. 122a9, al.

German (Pape)

[Seite 1219] adv., unten drunter; δεῦρο ὑποκάτω ἐμοῦ κατακλίνω Plat. Conv. 222 e, u. öfter; Arist. mund. 2 plant. 4, 1; Pol. 3, 55, 2.

Greek (Liddell-Scott)

ὑποκάτω: [ᾰ], Ἐπίρρ., ὡς καὶ νῦν, κοινῶς «ἀποκάτω», μετὰ γεν., ὑπ. τῆς εἰσροῆς Πλάτ. Φαίδων 112DϏ ὑπ. τινὸς κατακλίνεσθαι ὁ αὐτ. ἐν Συμπ. 222Ε˙ ἀπολ., ὁ αὐτ. ἐν Νόμ. 844C˙ ὑπ. παραγράφειν τι Ὑπερείδης ὑπὲρ Εὐξενίππου 40. ΙΙ. Ἐν τῇ Λογικῇ, τὸ ὑπ. γένος, τὸ κατώτερον γένος, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ἐπάνω, Ἀριστ. Τοπ. 6. 5, 6˙ τὰ ὑποκάτω αὐτόθι 4. 2, 4, κ. ἀλλ.

French (Bailly abrégé)

adv. et prép.
en dessous, en bas ; avec un gén. : au-dessous de, au bas de.
Étymologie: ὑπό, κάτω.

English (Strong)

from ὑπό and κάτω; down under, i.e. beneath: under.

English (Thayer)

under, underneath: τίνος (Winer s Grammar, § 54,6; Buttmann, § 146,1), L T Tr WH; WH); Tr marginal reading brackets the clause); Sept.; Plato, Aristotle, Polybius, Diodorus, Plutarch, others) (Cf. Winer s Grammar, § 50,7 N.1; Buttmann, § 146,4.)

Greek Monolingual

ὑποκάτω ΝΜΑ
κάτω από («ὑποκάτω τῆς κλίνης», ΚΔ)
αρχ.
(λογ.) (με άρθρ.) ο κατώτερος («τὰ ὑποκάτω γένη», Πλούτ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + κάτω.

Greek Monotonic

ὑποκάτω: [ᾰ], επίρρ., από κάτω, κάτω από, με γεν., σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

ὑποκάτω:
I adv. ниже, внизу: οἱ ὑ. Plat. живущие ниже; τὸ ὑ. γένος Arst. низший, т. е. подчиненный род.
II praep. cum gen. ниже: ὑ. τινὸς κατακλίνεσθαι Plat. располагаться ниже кого-л. (за столом).

Middle Liddell

below, under, c. gen., Plat.

Chinese

原文音譯:Øpok£tw 虛坡-卡拖
詞類次數:介,副(9)
原文字根:在下-向下
字義溯源:在⋯底下,在⋯下,下,底下,在其下;由(ὑπό)*=被,在⋯下)與(κάτω / κατωτέρω)=向下地)組成,其中 (κάτω / κατωτέρω)出自(κατά / καθεῖς / καθημέραν / κατακύπτω)*=下,按照)
出現次數:總共(11);太(1);可(3);路(1);約(1);來(1);啓(4)
譯字彙編
1) 底下(4) 可7:28; 可12:36; 啓5:13; 啓6:9;
2) 在⋯下(3) 約1:50; 來2:8; 啓12:1;
3) 在⋯底下(2) 路8:16; 啓5:3;
4) 下(2) 太22:44; 可6:11