Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ῥύγχος

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: ῥύγχος Medium diacritics: ῥύγχος Low diacritics: ρύγχος Capitals: ΡΥΓΧΟΣ
Transliteration A: rhýnchos Transliteration B: rhynchos Transliteration C: rygchos Beta Code: r(u/gxos

English (LSJ)

εος, τό,

   A snout, muzzle, of swine, Stesich.14, Pherecr.102, Anaxil.11, Arist.HA595a18, cf. Sch.Ar. Av.347; of dogs and other quadrupeds, Theoc.6.30, Arist.PA658b30, Thphr.Char.4.10: of birds, beak, bill, Ar.Av.348,364, al., Arist. HA504a21, PA659b22, 693a16.    2 Com., of a man's face, Cratin. 440, Archipp.1; of a god's face, Arar.1.

German (Pape)

[Seite 850] τό, die Schnauze, der Rüssel, nach Ath. III, 95 d eigtl. von Schweinen; auch von Vögeln der Schnabel, Ar. Av. 348 u. öfter; u. überh. das Gesicht, bes. das grinzend, zornig verzogene, z. B. eines bösen Hundes, Theocr. 6, 30; die Fratze, vgl. Ath. a. a. O. u. Runkel Cratin. frg. p. 97.

Greek (Liddell-Scott)

ῥύγχος: -εος, τό, (ῥύζω) ἡ ῥίς, ἡ «μούρη», κυρίως ἐπὶ τῶν συῶν, Στησίχορος παρ’ Ἀθην. 95D, Φερεκρ. ἐν «Λήροις» 3, Ἀναξίλας ἐν «Καλυψοῖ» 1, πρβλ. Σχόλ. εἰς Ἀριστοφ. Ὄρν. 348· ἐπὶ κυνῶν, Θεόκρ. 6. 30, πρβλ. Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 8. 6, 2, π. Ζ. Μορ. 2. 16, 1· ἐπὶ πτηνῶν, ῥάμφος, Ἀριστοφ. Ὄρν. 348, 364, κ. ἄλλ.· ταύτην δὲ τὴν σημασίαν ἀναγνωρίζει ὡς κυριολεκτικὴν ὁ Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 2. 12, 6, 6, π. Ζ. Μορ. 2. 16, 12., 4. 12, 9· πρβλ. ῥάμφος. 2) κωμικῶς ἐπὶ τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, Κρατῖνος ἐν Ἀδήλ. 83, καὶ ταῦτ’ ἔχων τὸ ῥύγχος οὑτωσὶ μακρὸν Ἄρχιππος ἐν «Ἀμφιτρύωνι» 1· παρὰ Κωμικ. παρ’ Ἀθην. 95, Meineke εἰς Ἀραρότα ἐν «Ἀδώνιδι» 1.

French (Bailly abrégé)

ion. -εος, att. -ους (τό) :
1 bec d’oiseau;
2 museau de chien.
Étymologie: R. Ῥυδ gronder ; cf. lat. rudere, rudis.

Greek Monolingual

το / ῥύγχος, ΝΜΑ
το πρόσθιο μέρος του κεφαλιού ορισμένων ζώων, το οποίο προεξέχει και περιλαμβάνει κυρίως τη μύτη και το στόμα («ῥιζοφάγον δὲ μάλιστα ἡ ὗς ἐστι τῶν ζῶων, διὰ τὸ εὖ πεφυκέναι τὸ ῥύγχος πρὸς τὴν ἐργασίαν ταύτην», Αριστοτ.)
νεοελλ.
1. το ακραίο πρόσθιο τμήμα διαφόρων οργάνων του σώματος
2. οξύ άκρο εργαλείου ή οργάνου
αρχ.
1. το ράμφος τών πτηνών
2. ειρων. το πρόσωπο άσχημου ανθρώπου.
[ΕΤΥΜΟΛ. Εκφραστικός τ. που ανάγεται πιθ. σε ηχομιμητική ΙΕ ρίζα srungh- «ροχαλίζω» και συνδέεται με το ρ. ῥέγκω / ῥέγχω (βλ..και λ. ρέγχω). Ο τ. συνδέεται με το αρμ. rng-un-k'].

Greek Monotonic

ῥύγχος: -εος, τό (ῥύζω), μύτη, μουσούδα, μούρη, λέγεται για γουρούνια, σε Στησίχ.· επίσης, λέγεται για σκύλους, σε Θεόκρ.· επίσης, για πτηνά, ράμφος, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

ῥύγχος: εος τό
1) морда (sc. κυνός Theocr.);
2) клюв Arph., Arst.

Etymological

Grammatical information: n.
Meaning: snout of a pig, snout, beak (Stesich., com., Arist., Theoc.).
Compounds: Often as 2. member (with transition in the o-stems), e.g. ὀξύ-ρρυγχος with a pointed beak (Epich.), m. n. of an Egypt. fish (Str. u.a.; Strömberg Fischn. 43).
Derivatives: ῥυγχ-ίον n. dimin. (Ar.), -αινα = nasuta (gloss.), -άζω = μυκτηρίζω Phot., -ιάζειν διαστρέφειν, ῥογχά-ζειν H.
Origin: IE [Indo-European] [1002] *srungh- snore, (ONOM [onomatopoia, and other elementary formations])
Etymology: Can hardly be separated from Arm. ṙng-un-k` pl. nostrils, nose, which, if inherited (and not borrowed from ῥύγχος; cf. Hübschmann Arm. Gr. 486 f.), must go back on IE *srungh- or *sringh- (with secondary nasalization). One has considered connection with ῥέγκω, ῥέγχω snore (s.v.). -- WP. 2, 705, Pok. 1002.

Middle Liddell

ῥύγχος, ος, εος, τό, ῥύζω
a snout, muzzle, of swine, Stesich.; of dogs, Theocr.: of birds, a beak, neb, Ar.