ἱππάσιμος: Difference between revisions
Ὁ δὲ μὴ δυνάμενος κοινωνεῖν ἢ μηδὲν δεόμενος δι' αὐτάρκειαν οὐθὲν μέρος πόλεως, ὥστε ἢ θηρίον ἢ θεός → Whoever is incapable of associating, or has no need to because of self-sufficiency, is no part of a state; so he is either a beast or a god
(1ab) |
m (Text replacement - "<b class="b2">([\w]+ [\w]+ [\w]+)<\/b>" to "$1") |
||
Line 8: | Line 8: | ||
|Transliteration C=ippasimos | |Transliteration C=ippasimos | ||
|Beta Code=i(ppa/simos | |Beta Code=i(ppa/simos | ||
|Definition=[<b class="b3">ᾰ], η, ον</b>, <span class="sense"><p> <span class="bld">A</span> <b class="b2">fit for horses, fit for riding</b>, <b class="b3">Αἴγυπτον τὸ πρὶν ἐοῦσαν ἱππασίμην καὶ ἁμαξευομένην</b>, opp. <b class="b3">ἄνιππος</b>, <span class="bibl">Hdt.2.108</span>, cf. <span class="bibl">5.63</span>,<span class="bibl">9.13</span>, <span class="bibl">X. <span class="title">Cyr.</span>1.4.14</span>, <span class="bibl">Aen.Tact.6.6</span>, <span class="bibl">Plb.10.49.5</span>, <span class="bibl">Onos.31.1</span>, etc.; <b class="b3">τὸ ἱππάσιμον</b>, i.e. <b class="b3">τὸ πεδινόν</b>, <span class="bibl">X.<span class="title">HG</span>7.2.12</span>; τὰ ἱ. τῆς χώρας ἄνιππα ποιεῖν <span class="bibl">Aen.Tact.8.4</span>: metaph., <b class="b3">τοῖς κόλαξιν ἑαυτὸν ἀνεικὼς ἱππάσιμον</b> allowing himself | |Definition=[<b class="b3">ᾰ], η, ον</b>, <span class="sense"><p> <span class="bld">A</span> <b class="b2">fit for horses, fit for riding</b>, <b class="b3">Αἴγυπτον τὸ πρὶν ἐοῦσαν ἱππασίμην καὶ ἁμαξευομένην</b>, opp. <b class="b3">ἄνιππος</b>, <span class="bibl">Hdt.2.108</span>, cf. <span class="bibl">5.63</span>,<span class="bibl">9.13</span>, <span class="bibl">X. <span class="title">Cyr.</span>1.4.14</span>, <span class="bibl">Aen.Tact.6.6</span>, <span class="bibl">Plb.10.49.5</span>, <span class="bibl">Onos.31.1</span>, etc.; <b class="b3">τὸ ἱππάσιμον</b>, i.e. <b class="b3">τὸ πεδινόν</b>, <span class="bibl">X.<span class="title">HG</span>7.2.12</span>; τὰ ἱ. τῆς χώρας ἄνιππα ποιεῖν <span class="bibl">Aen.Tact.8.4</span>: metaph., <b class="b3">τοῖς κόλαξιν ἑαυτὸν ἀνεικὼς ἱππάσιμον</b> allowing himself [[to be ridden]] by flatterers, <span class="bibl">Plu.<span class="title">Alex.</span>23</span>.</span> | ||
}} | }} | ||
{{pape | {{pape |
Revision as of 15:40, 1 July 2020
English (LSJ)
[ᾰ], η, ον,
A fit for horses, fit for riding, Αἴγυπτον τὸ πρὶν ἐοῦσαν ἱππασίμην καὶ ἁμαξευομένην, opp. ἄνιππος, Hdt.2.108, cf. 5.63,9.13, X. Cyr.1.4.14, Aen.Tact.6.6, Plb.10.49.5, Onos.31.1, etc.; τὸ ἱππάσιμον, i.e. τὸ πεδινόν, X.HG7.2.12; τὰ ἱ. τῆς χώρας ἄνιππα ποιεῖν Aen.Tact.8.4: metaph., τοῖς κόλαξιν ἑαυτὸν ἀνεικὼς ἱππάσιμον allowing himself to be ridden by flatterers, Plu.Alex.23.
German (Pape)
[Seite 1258] ον, bei Her. auch 3 Endgn, zum Reiten bequem, geeignet, für Reiterei brauchbar; Αἴγυπτον τὸ πρὶν ἐοῦσαν ἱππασίμην, Ggstz ἄνιππος, Her. 2, 108; χώρη 9, 13; τὸ ἱππ., für die R. günstiger Boden,.Xen. Hell. 7, 2, 12, πεδία Pol. 10) 49, 5; übtr., τοῖς κόλαξιν ἑαυτὸν ἀνεικῶς ἱππάσιμον Plut. Alex. 23, sich von den Schmeichlern leiten, brauchen lassen.
Greek (Liddell-Scott)
ἱππάσιμος: ᾰ, η, ον, (ἱππάζομαι) κατάλληλος πρὸς ἱππασίαν, Αἴγυπτον τὸ πρὶν ἐοῦσαν ἱππασίμην καὶ ἁμαξευομένην, ἀντίθ. τῷ ἄνιππος γέγονε, Ἡρόδ. 2. 108, πρβλ. 5. 63, 9. 13, Ξεν. Κύρ. 1. 4, 14· τὸ ἱππάσιμον, δηλ. τὸ πεδινόν, ὁ αὐτ. ἐν Ἑλλ. 7. 2, 12· - μεταφ., τοῖς κόλαξιν ἑαυτὸν ἀνεικὼς ἱππάσιμον, «ἀφήσας τὸν ἑαυτόν του νὰ τὸν καβαλλικεύσουν οἱ κόλακες», Πλουτ. Ἀλεξ. 23.
French (Bailly abrégé)
ος ou η, ον :
1 où l’on peut aller à cheval ; τὸ ἱππάσιμον XÉN terrain bon pour aller à cheval;
2 qui se laisse monter comme un cheval.
Étymologie: ἱππάζομαι.
Greek Monolingual
-η, -ο (Α ἱππάσιμος, -ασίμη, -ον) ιππάζομαι
(για τόπο) κατάλληλος για ιππασία («Αἴγυπτον τὸ πρὶν ἐοῡσαν ἱππασίμην καὶ ἁμαξευομένην», Ηρόδ.)
αρχ.
1. μτφ. αυτός που υποκύπτει στη δύναμη ή στις διαθέσεις τών άλλων («τοῑς κόλαξιν ἑαυτὸν ἀνεικὼς ἱππάσιμον» — αφού άφησε τον εαυτό του να τον κάνουν οι κόλακες ό,τι θέλουν», Πλούτ.)
2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἱππάσιμον
το πεδινό («τὰ ἱππάσιμα τῆς χώρας ἄνιππα ποιεῑν», Αιν.).
Greek Monotonic
ἱππάσιμος: [ᾰ], -η, -ον (ἱππάζομαι), κατάλληλος για άλογα, κατάλληλος για ιππασία, σε Ηρόδ., Ξεν.· μεταφ., τοῖς κόλαξιν ἱππάσιμος, «καβαλικευμένος» από κόλακες, σε Πλούτ.
Russian (Dvoretsky)
ἱππάσῐμος: и 3 (ᾰ)
1) удобный для верховой езды, удобопроходимый для конницы (Αἴγυπτος Her.; χώρα Her., Arst.; πεδία Polyb.; τόποι Plut.);
2) перен. которого легко оседлать, легко управляемый, податливый (τοῖς κόλαξιν Plut.).
Middle Liddell
ἱππά˘σιμος, η, ον ἱππάζομαι
fit for horses, fit for riding, Hdt., Xen.:—metaph., κόλαξιν ἱππάσιμος ridden by flatterers, Plut.