ἀλλᾶς: Difference between revisions

From LSJ

οὐ γὰρ εἰς περιουσίαν ἐπράττετ' αὐτοῖς τὰ τῆς πόλεως → for selfish greed had no place in their statesmanship

Source
m (Text replacement - " :" to ":")
m (LSJ1 replacement)
 
(8 intermediate revisions by the same user not shown)
Line 8: Line 8:
|Transliteration C=allas
|Transliteration C=allas
|Beta Code=a)lla=s
|Beta Code=a)lla=s
|Definition=ᾶντος, ὁ, <span class="sense"><span class="bld">A</span> [[forcemeat]], [[sausage]] or [[black pudding]], <span class="bibl">Hippon.48</span>, <span class="bibl">Ar.<span class="title">Eq.</span>161</span>, <span class="bibl">Crates Com.17</span>, etc.</span>
|Definition=ᾶντος, ὁ, [[forcemeat]], [[sausage]] or [[black pudding]], Hippon.48, [[Aristophanes|Ar.]]''[[The Knights|Eq.]]''161, Crates Com.17, etc.
}}
{{DGE
|dgtxt=-ᾶντος, ὁ<br />[[morcilla]] ὥσπερ ἀλλᾶντα ψύχων como quien pone una morcilla a secar</i> (comparación obs.), Hippon.80.17, cf. Ar.<i>Eq</i>.432, Epich.85.416Au.<br /><b class="num"></b>hecha de sangre, carne y especias [[αἱματοπώτης]] ἔσθ' ὅ τ' [[ἀλλᾶς]] χὡ δράκων Ar.<i>Eq</i>.208, cf. 207, ἐξ ἀγορᾶς ... οἰσόμεθ' (cj.) ... ἀλλᾶντας Crates Com.17, πωλεῖν ἀ. Ar.<i>Eq</i>.161, 201, πνεύμων, [[ἀλλᾶς]] τε bofe y morcilla</i> Eub.63.7, ἀλλᾶντας ὠνούμενος Philostr.<i>VS</i> 541, ἀλλᾶντα ἐνέσαττεν Alciphr.3.4.4<br /><b class="num"></b>frec. en rodajas ἀλλάντων τόμοι Pherecr.108.8, ἀλλᾶντα τέμνων Axionic.8.4, δύο τεμάχη τοῦ ἀλλᾶντος Luc.<i>Gall</i>.14<br /><b class="num">•</b>adulteradas a base de mulo muerto, Procop.<i>Goth</i>.2.3.11.<br /><b class="num">• Etimología:</b> Tal vez de un ἀλλᾱ- rel. c. o. <i>allo</i>-, lat. <i>[[alium]]</i> ‘[[ajo]]’.
}}
}}
{{pape
{{pape
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-01-0102.png Seite 102]] ᾶντος, ὁ (aus ἀλλάεις zsgzgn, an allium, Knoblauch, erinnernd, also eigtl. Knoblauchs-) Wurst, Ar. Equ. 160 u. ff.
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-01-0102.png Seite 102]] ᾶντος, ὁ (aus ἀλλάεις zsgzgn, an allium, Knoblauch, erinnernd, also eigtl. Knoblauchs-) Wurst, Ar. Equ. 160 u. ff.
}}
{{bailly
|btext=ᾶντος (ὁ) :<br />[[saucisson]], [[saucisse]].<br />'''Étymologie:''' DELG orig. obsc., comme beaucoup de termes culinaires.
}}
{{elru
|elrutext='''ἀλλᾶς:''' ᾶντος ὁ [[колбаса]] Arph.
}}
}}
{{ls
{{ls
|lstext='''ἀλλᾶς''': ᾶντος, ὁ, κεκομμένον [[κρέας]] ἐντὸς ἐντέρου, λουκάνικον, Ἀριστοφ. Ἱππ. 161· Κράτης ἐν «Θηρίοις» 3, «τὸ δὲ [[ἀλλᾶς]] παρὰ τὴν ἀόλλησιν τῶν [[κρεῶν]], ἢ παρὰ τὴν ἄλλησιν, [[τουτέστι]] συγκοπήν», Ἐτυμ. Μ.
|lstext='''ἀλλᾶς''': ᾶντος, ὁ, κεκομμένον [[κρέας]] ἐντὸς ἐντέρου, λουκάνικον, Ἀριστοφ. Ἱππ. 161· Κράτης ἐν «Θηρίοις» 3, «τὸ δὲ [[ἀλλᾶς]] παρὰ τὴν ἀόλλησιν τῶν [[κρεῶν]], ἢ παρὰ τὴν ἄλλησιν, [[τουτέστι]] συγκοπήν», Ἐτυμ. Μ.
}}
{{bailly
|btext=ᾶντος (ὁ) :<br />saucisson, saucisse.<br />'''Étymologie:''' DELG orig. obsc., comme beaucoup de termes culinaires.
}}
{{DGE
|dgtxt=-ᾶντος, ὁ<br />[[morcilla]] ὥσπερ ἀλλᾶντα ψύχων como quien pone una morcilla a secar</i> (comparación obs.), Hippon.80.17, cf. Ar.<i>Eq</i>.432, Epich.85.416Au.<br /><b class="num">•</b>hecha de sangre, carne y especias [[αἱματοπώτης]] ἔσθ' ὅ τ' [[ἀλλᾶς]] χὡ δράκων Ar.<i>Eq</i>.208, cf. 207, ἐξ ἀγορᾶς ... οἰσόμεθ' (cj.) ... ἀλλᾶντας Crates Com.17, πωλεῖν ἀ. Ar.<i>Eq</i>.161, 201, πνεύμων, [[ἀλλᾶς]] τε bofe y morcilla</i> Eub.63.7, ἀλλᾶντας ὠνούμενος Philostr.<i>VS</i> 541, ἀλλᾶντα ἐνέσαττεν Alciphr.3.4.4<br /><b class="num">•</b>frec. en rodajas ἀλλάντων τόμοι Pherecr.108.8, ἀλλᾶντα τέμνων Axionic.8.4, δύο τεμάχη τοῦ ἀλλᾶντος Luc.<i>Gall</i>.14<br /><b class="num">•</b>adulteradas a base de mulo muerto, Procop.<i>Goth</i>.2.3.11.<br /><b class="num">• Etimología:</b> Tal vez de un ἀλλᾱ- rel. c. o. <i>allo</i>-, lat. <i>alium</i> ‘ajo’.
}}
}}
{{grml
{{grml
Line 27: Line 30:
{{lsm
{{lsm
|lsmtext='''ἀλλᾶς:''' -ᾶντος, ὁ, αλλαντικό, [[λουκάνικο]], σε Αριστοφ. (άγν. προέλ.).
|lsmtext='''ἀλλᾶς:''' -ᾶντος, ὁ, αλλαντικό, [[λουκάνικο]], σε Αριστοφ. (άγν. προέλ.).
}}
{{elru
|elrutext='''ἀλλᾶς:''' ᾶντος ὁ колбаса Arph.
}}
}}
{{etym
{{etym

Latest revision as of 11:27, 25 August 2023

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀλλᾶς Medium diacritics: ἀλλᾶς Low diacritics: αλλάς Capitals: ΑΛΛΑΣ
Transliteration A: allâs Transliteration B: allas Transliteration C: allas Beta Code: a)lla=s

English (LSJ)

ᾶντος, ὁ, forcemeat, sausage or black pudding, Hippon.48, Ar.Eq.161, Crates Com.17, etc.

Spanish (DGE)

-ᾶντος, ὁ
morcilla ὥσπερ ἀλλᾶντα ψύχων como quien pone una morcilla a secar (comparación obs.), Hippon.80.17, cf. Ar.Eq.432, Epich.85.416Au.
hecha de sangre, carne y especias αἱματοπώτης ἔσθ' ὅ τ' ἀλλᾶς χὡ δράκων Ar.Eq.208, cf. 207, ἐξ ἀγορᾶς ... οἰσόμεθ' (cj.) ... ἀλλᾶντας Crates Com.17, πωλεῖν ἀ. Ar.Eq.161, 201, πνεύμων, ἀλλᾶς τε bofe y morcilla Eub.63.7, ἀλλᾶντας ὠνούμενος Philostr.VS 541, ἀλλᾶντα ἐνέσαττεν Alciphr.3.4.4
frec. en rodajas ἀλλάντων τόμοι Pherecr.108.8, ἀλλᾶντα τέμνων Axionic.8.4, δύο τεμάχη τοῦ ἀλλᾶντος Luc.Gall.14
adulteradas a base de mulo muerto, Procop.Goth.2.3.11.
• Etimología: Tal vez de un ἀλλᾱ- rel. c. o. allo-, lat. aliumajo’.

German (Pape)

[Seite 102] ᾶντος, ὁ (aus ἀλλάεις zsgzgn, an allium, Knoblauch, erinnernd, also eigtl. Knoblauchs-) Wurst, Ar. Equ. 160 u. ff.

French (Bailly abrégé)

ᾶντος (ὁ) :
saucisson, saucisse.
Étymologie: DELG orig. obsc., comme beaucoup de termes culinaires.

Russian (Dvoretsky)

ἀλλᾶς: ᾶντος ὁ колбаса Arph.

Greek (Liddell-Scott)

ἀλλᾶς: ᾶντος, ὁ, κεκομμένον κρέας ἐντὸς ἐντέρου, λουκάνικον, Ἀριστοφ. Ἱππ. 161· Κράτης ἐν «Θηρίοις» 3, «τὸ δὲ ἀλλᾶς παρὰ τὴν ἀόλλησιν τῶν κρεῶν, ἢ παρὰ τὴν ἄλλησιν, τουτέστι συγκοπήν», Ἐτυμ. Μ.

Greek Monolingual

ἀλλᾶς (-ᾶντος), ο (Α)
1. λουκάνικο, αιματιά, σουτζούκι
2. πληθ. οι αλλάντες.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ἀλλᾶς είναι αβέβαιης ετυμολογικής προελεύσεως, πράγμα που ισχύει και για πολλές άλλες λέξεις που έχουν σχέση με τη μαγειρική. Συνήθως η λ. ανάγεται σε αρχικό τ. ἀλλᾶ-Fεντ-ς, απ’ όπου με σίγηση του ενδοφωνηεντικού F, συναίρεση (α + ε) και αποβολή του συμπλέγματος -ντ- προ του -ς-, προήλθε ο τ. ἀλλᾶς. Είναι πιθανό να πρόκειται για δυτικής προελεύσεως (ιταλική ή σικελική), που είναι συγγενής με τη γλώσσα του Ησυχίου ἄλλην «λάχανον Ἰταλοί», καθώς και με το λατ. alium «σκόρδο».
ΣΥΝΘ. ἀλλαντοειδής, ἀλλαντοποιός, ἀλλαντοπώλης].

Greek Monotonic

ἀλλᾶς: -ᾶντος, ὁ, αλλαντικό, λουκάνικο, σε Αριστοφ. (άγν. προέλ.).

Frisk Etymological English

-ᾶντος
Grammatical information: m.
Meaning: force-meat, sausage, black pudding (Hippon.).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Unknown. Kretschmer Glotta 1, 323 compares ἄλλην λάχανον. Ίταλοί, καὶ ἐπὶ τοῦ ἀρτυνθέντος περικόμματος, ἐξ οὖ ἀλλαντοπώλης H. So it would contain an Oscan word (Messapian acc. to v. Blumenthal Hesychst. 15), cf. Lat. ālium garlic. K. assumes *ἀλλα-Ϝεντ-. But Szemerényi, Gmomon 43 (1971) 653, notes that origin in southern Italy is implausible for a word from Hipponax.

Frisk Etymology German

ἀλλᾶς: -ᾶντος
{allãs}
Grammar: m.
Meaning: Wurst (Hp., Kom. u. a.).
Etymology: Nicht sicher gedeutet. Nach einer Hypothese von Kretschmer Glotta 1, 323 eig. *Knoblauchwurst aus *ἀλλαϝευτ- von dor. *ἄλλα aus dem Oskischen, vgl. ἄλλην· λάχανον. Ἰταλοί H. (messapisch nach v. Blumenthal Hesychst. 15) und lat. ālium.
Page 1,75