ἀνεπίκλητος: Difference between revisions
Οὐ γὰρ ἀργίας ὤνιον ἡ ὑγίεια καὶ ἀπραξίας, ἅ γε δὴ μέγιστα κακῶν ταῖς νόσοις πρόσεστι, καὶ οὐδὲν διαφέρει τοῦ τὰ ὄμματα τῷ μὴ διαβλέπειν καὶ τὴν φωνὴν τῷ μὴ φθέγγεσθαι φυλάττοντος ὁ τὴν ὑγίειαν ἀχρηστίᾳ καὶ ἡσυχίᾳ σῴζειν οἰόμενος → For health is not to be purchased by idleness and inactivity, which are the greatest evils attendant on sickness, and the man who thinks to conserve his health by uselessness and ease does not differ from him who guards his eyes by not seeing, and his voice by not speaking
(1a) |
m (Text replacement - "<b class="b2">([\w]+ [\w]+ [\w]+ [\w]+)<\/b>" to "$1") |
||
Line 8: | Line 8: | ||
|Transliteration C=anepiklitos | |Transliteration C=anepiklitos | ||
|Beta Code=a)nepi/klhtos | |Beta Code=a)nepi/klhtos | ||
|Definition=ον, <span class="sense"><p> <span class="bld">A</span> <b class="b2">free from blame, unimpeachable</b>, <span class="bibl">X.<span class="title">Cyr.</span> 2.1.22</span>; πίστις <span class="bibl">J.<span class="title">AJ</span>18.9.4</span>: Comp. -ότερος <span class="bibl">X.<span class="title">Ages.</span>1.5</span>. Adv. -τως <span class="bibl">D.C.39.22</span>. </span><span class="sense"> <span class="bld">II</span> | |Definition=ον, <span class="sense"><p> <span class="bld">A</span> <b class="b2">free from blame, unimpeachable</b>, <span class="bibl">X.<span class="title">Cyr.</span> 2.1.22</span>; πίστις <span class="bibl">J.<span class="title">AJ</span>18.9.4</span>: Comp. -ότερος <span class="bibl">X.<span class="title">Ages.</span>1.5</span>. Adv. -τως <span class="bibl">D.C.39.22</span>. </span><span class="sense"> <span class="bld">II</span> [[without preferring any charge]]. Adv. -τως <span class="bibl">Th.1.92</span>.</span> | ||
}} | }} | ||
{{pape | {{pape |
Revision as of 14:14, 1 July 2020
English (LSJ)
ον,
A free from blame, unimpeachable, X.Cyr. 2.1.22; πίστις J.AJ18.9.4: Comp. -ότερος X.Ages.1.5. Adv. -τως D.C.39.22. II without preferring any charge. Adv. -τως Th.1.92.
German (Pape)
[Seite 224] untadelhaft, Xen. Cyr. 2, 1, 22 (besser als die v. l. ἀνεπίπληκτος u. ἀνεπίληπτος). – Adv. -ήτως, Thuc. 1, 92.
Greek (Liddell-Scott)
ἀνεπίκλητος: -ον, ὁ μὴ ψεγόμενος, μὴ κατηγορούμενος, ἀνεπίληπτος, ἄμεμπτος, Ξεν. Κύρ. 2. 1, 22: - Συγκρ. -ότερος ὁ αὐτ. Ἀγησ. 1, 5: - Ἐπίρρ. ἀνεπικλήτως = ἀνεγκλήτως, Θουκ. 1. 92, Δίων Κ. 39. 22.
French (Bailly abrégé)
ος, ον :
sans reproche.
Étymologie: ἀ, ἐπικαλέω.
Spanish (DGE)
-ον
I sin tacha de pers., X.Cyr.2.1.22, ἀνεπικλητότερον ... Ἀγησίλαον X.Ages.1.5
•de abstr. inquebrantable πίστις I.AI 18.337
•limpio ὑφάσματα POxy.1428.9 (IV d.C.).
II adv. -ως
1 irreprochablemente ἀ. πάντα ἀπέδειξεν D.C.39.22.4.
2 sin presentar una denuncia πρέσβεις ... ἀπῆλθον ἐπ' οἴκου ἀνεπικλήτως Th.1.92.
Greek Monolingual
(Α ἀνεπίκλητος, -ον)
αρχ.
μη ψεγόμενος, μη κατηγορούμενος για κάτι, ανεπίληπτος, άμεμπτος
νεοελλ.
ακάλεστος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αν- στερ. + επίκλητος (< επικαλώ «κατηγορώ») «αυτός που καλείται μπροστά στο δικαστήριο, ο κατηγορούμενος». Το νεοελλ. ανεπίκλητος χρησιμοποιήθηκε με διαφορετική σημασια
«ακάλεστος» (ανεπίκλητος δαιτυμών) και μαρτυρείται από το 1866 στον καθηγητή και συγγραφέα Αλέξανδρο Ρ. Ραγκαβή].
Greek Monotonic
ἀνεπίκλητος: -ον (ἐπικαλέω),
I. μη κατηγορούμενος, άψογος, άμεμπτος, σε Ξεν.
II. αυτός που δεν επιφέρει, επισύρει καμία κατηγορία· επίρρ. -τως, σε Θουκ.
Russian (Dvoretsky)
ἀνεπίκλητος: безукоризненный, безупречный Xen.
Middle Liddell
ἐπικαλέω
I. unaccused, unblamed, Xen.
II. without preferring any charge:— adv. -τως, Thuc.