μύκης
English (LSJ)
[ῠ], ητος (but Ion. gen. -εω Archil.47, acc. -ην Hecat.22 J. (-ῆν codd.), Nic.Fr.72.7; Dor. and Att. nom. pl.
A μύκαι Epich.155, Thphr.Sign.42, Diocl.Fr.119; acc. pl. μύκας PSI6.620.31 (iii B. C.), censured by Phryn.178; dat. pl. τοῖς μύκαις Diph.Siph. ap. Ath.2.62c), ὁ, mushroom or other fungus, Epich. l. c., Antiph.188, 226.4, 227.11, Ephipp.27, Polioch.2.4, Thphr.HP1.1.11, PSIl.c., Nic.Al.525, Dsc. 4.82, Paus.2.16.3. II any knobbed round body, shaped like a mushroom, 1 chape or cap at the end of a scabbard, Hecat. l.c., Hdt.3.64, Paus. l.c. 2 membrum virile, Archil. l.c., Hsch. 3 fleshy excrescence, such as forms on wounds, Hp.Morb.2.50, Gal.17(1).703. b excrescence on trees, Thphr.HP4.14.3. 4 stump of an olive cut down, IG2.1055.43. 5 snuff of a lamp-wick, Ar.V.262, Thphr.Sign. l.c., Arat.976, Call.Fr.47, AP5.262 (Agath.). 6 μύκαι οἷς τὰ ἱμάτια βάπτουσι, dub. sens. in Zopyr. ap. Orib.14.62.1.— Fem. only in Epich.l.c. (where however οἷον αἰ μύκαι is prob. cj.) and Thphr.Sign.l.c. (Prob. cogn. with μύξα A.)
German (Pape)
[Seite 216] ητος, ὁ, auch nach der 1. Deklination, – 1) der Pi lz, Arist. de anim. 2, 7, 7; vgl. bes. Ath. II c. 56 (p. 60), wo aus Antiphanes μύκητας, aus Nic. μύκητα, μύκητες, μυκήτων u. aus Epicharm. μύκαις citirt wird u. μύκαι aus Diocl. Caryst.; Sp. – 2) die Schnuppeam Lampendocht, ἔπεισι γοῦν τοῖσιν λύχνοις οὑτοιῒ μύκητες, was bevorstehenden Regen ankündigen sollte, Ar. Vesp. 262; μύκητα φέρειν, Agath. 17 (V, 263); vgl. Arat. 976; Callim. fr. bei Choerob. in B. A. 1399. – Auch der Deckel am Ende der Degenscheide, das Ortband, von seiner gespitzten, pilzähnlichen Gestalt, Her. 3, 64; ὁ κατὰ τὴν λαβὴν κρατητὴς καλούμενος, Hesych.; nach Schol. Nic. Al. 521 τὸ ἄκρον τοῦ ξίφους τὸ κατακλεῖον τὴν θήκην. – Auch andere pilzähnliche Dinge, wie ὁ ἱλος, ὃν φύει ἡ ἐλαία, Theophr.; aber Inscr. 93 sind es die Stummeln der abgehauenen Oelbäume, = πρέμνον; nach Hesych. πῖλος, δερμάτινον ὑπηρέσιον. – Nach Choerob. a. a. O. auch τὸ αἰδοῖον τοῦ ἀνθρώπου, wofür der gen. μύκεω aus Archil. angeführt wird.
Greek (Liddell-Scott)
μύκης: [ῠ], ητος, ὁ, ἀμανίτης, «μανιτάρι», Λατ. fungus, ὡς ἐκ τῆς ὑγρότητος αὐτοῦ, Ἀντιφάν. ἐν «Παροιμίαις» Ι, ἐν Ἀδήλ. 1 καὶ 3· πρβλ. μύκη. II. πᾶν πρᾶγμα στρογγύλον καὶ ἔχον τὸ σχῆμα μύκητος, 1) τὸ κατὰ τὸ ἄκρον τῆς θήκης ξίφους κομβίον, Ἡρόδ. 3. 64, πρβλ. Ἑκαταῖ. 360. 2) τὸ ἀνδρικὸν αἰδοῖον, Ἀρχίλ. 126, Ἡσύχ. 3) σαρκῶδες ἐξάνθημα, οἷον τὸ σχηματιζόμενον ἐπὶ τραυμάτων, Ἱππ. 478. 31· πρβλ. μυλόομαι, καὶ ἴδε Foës Oecon.· - ὡσαύτως οἴδημά τι, ἐπὶ δένδρων σχηματιζόμενον, Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 4. 14, 3. 4) πρέμνον ἐλαίας κατακοπέν, Συλλ. Ἐπιγρ. 93. 43 (ἴδε Böckh. σ. 134). 5) τὸ ἐπὶ τῆς θρυαλλίδος λύχνου σχηματιζόμενον, «κακάδι» ἢ «τσίμπλα», ὅπερ ἐνομίζετο ὅτι προεμήνυε βροχήν, Ἀριστοφ. Σφ. 262, Θεόφρ. ἔνθ’ ἀνωτ., Ἄρατ. 976, Ἀνθ. Π. 5 263, πρβλ. Οὐεργιλ. Γεωργ. 1. 392. - Καθ’ Ἡσύχ.: «μύκης, μύκητος καὶ μύκου, δίκλιτον».
French (Bailly abrégé)
ητος (ὁ) :
1 champignon;
2 garde d’une épée.
Étymologie: DELG cf. μύξα, lat. mucus.