Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αἰδοῖον

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: αἰδοῖον Medium diacritics: αἰδοῖον Low diacritics: αιδοίον Capitals: ΑΙΔΟΙΟΝ
Transliteration A: aidoîon Transliteration B: aidoion Transliteration C: aidoion Beta Code: ai)doi=on

English (LSJ)

τό, freq. in pl. αἰδοῖα, τά,

   A privy parts, pudenda, both of men and women, Il.13.568, Hes.Op.733, Heraclit.15, Tyrt.10.25, Hp. Aër. 9, Pl.Ti.91b, etc.: sg., Hdt.2.30,48, etc., freq. in Arist., HA 493a25, al.    II αἰδοῖον θαλάσσιον a sea animal, perh. pennatula, Nic.Fr.139, cf. Arist.HA532b23.

Greek (Liddell-Scott)

αἰδοῖον: τό, συχνάκις πληθ. αἰδοῖα, τά, τὰ ἀπόκρυφα μέρη, putenda, ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν, Ἰλ. Ν. 568, Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 731, Ἱππ. Ἀφ. 1253, Πλάτ., κτλ.· οὕτω καὶ καθ’ ἑνικόν, Ἡρόδ. 2. 30, 48· καὶ πρὸ πάντων παρ’ Ἀριστ. ΙΙ. Αἰδοῖον θαλάσσιον, θαλάσσιον ζῷον, ἴσως τὸ Λατ. pennatula, Νίκανδρος παρ’ Ἀθήν. 105C. πρβλ. Ἀριστ. Ἱ. Ζ. 4. 7, 14.

French (Bailly abrégé)

ου (τό) :
parties honteuses.
Étymologie: αἰδοῖος.

Greek Monotonic

αἰδοῖον: τό, κυρίως στον πληθ. αἰδοῖα, τά (αἴδομαι), γεννητικά όργανα, τα έξω γεννητικά μόρια, το αιδοίο, σε Ομήρ. Ιλ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

αἰδοῖον: τό тж. pl. половой орган Hom., Hes., Her., Arst.

Middle Liddell

αἴδομαι
mostly in pl. αἰδοῖα, τά, the genitals, pudenda, Il., etc.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

αἰδοῖον -ου, τό αἰδοῖος geslachtsdeel; vaak plur. schaamdelen.