Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μύξα

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: μύξᾰ Medium diacritics: μύξα Low diacritics: μύξα Capitals: ΜΥΞΑ
Transliteration A: mýxa Transliteration B: myxa Transliteration C: myksa Beta Code: mu/ca

English (LSJ)

(B), ἡ,

   A sebesten, Cordia Myxa, Dsc.Eup.2.69, Aët.5.118.
μυλλός (B), ὁ, cake in the shape of

   A pudenda muliebria, Heraclid. Syrac. ap. Ath.14.647a.

German (Pape)

[Seite 218] τά, eine Pflaumenart, Sebesten, sp. Medic. ἡ, 1) Schleim, bes. aus der Nase, Rotz, das attische κόροζα; im plur., τῆς ἐκ μὲν ῥινῶν μύξαι ῥέον, Hes. Sc. 267; Hippocr. – 2) = μυκτήρ, Nüster, Nase, Soph. frg. 110. – 3) Tülle der Lampe, Callim. 23 (VI, 148).

Greek (Liddell-Scott)

μύξᾰ: ἡ, (μύσσομαι) ὡς καὶ νῦν, ἡ ἐκ τῶν μυκτήρων καταρρέουσα γλοιώδης ὕλη, Λατ. pituita, ὡς τὸ Ἀττ. κόρυζα, Ἡσ. Ἀσπ. Ἡρ. 267 (ἐν τῷ πληθ.), Ἱππῶναξ 57, Ἱππ., κλ.· πληθ., ὁ αὐτ. 369. 25· - καθόλου, mucus, μυκώδης ἔκκρισις, βλέννα, ὁ αὐτ. ἐν Ἀφ. 1254, κτλ.· - ἡ βλέννα τῶν κοχλιῶν, Ἱππ. 411. 26· ἰχθύων τινῶν, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 8. 2, 26. ΙΙ. = μυκτήρ, Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 650· ἐν τῷ πληθ., Σοφ. Ἀποσπ. 110. 2) λύχνου τὸ ἄκρον ἔνθαθρυαλλίς, Καλλ. Ἐπιγράμμ. 59, Ἄρατ. 976.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
I. morve ; p. ext. ou anal.
1 toute mucosité;
2 champignon à la mèche d’une lampe;
II. nez;
III. sorte de prune, fruit.
Étymologie: R. Μυκ, sécréter ; cf. μυκτήρ, lat. mucus, mungo.

Spanish

mucosidad

Greek Monolingual

η (ΑΜ μύξα)
1. γλοιώδης ουσία που εκκρίνεται από τον βλεννογόνο της μύτης, βλέννα (α. «κρύωσε και τρέχουν οι μύξες του» β. «μύξη κατάρρυτος», Ευστ.)
2. κάθε έκκριση που έχει γλοιώδη, βλεννώδη σύσταση
νεοελλ.
1. (ως περιφρονητικός χαρακτηρισμός) μυξιάρης
2. φρ. «σάλια και μύξες» — ανοησίες
αρχ.
1. η βλέννα μερικών ψαριών, καθώς και η βλέννα τών κοχλιών, τών σαλιγκαριών
2. ρώθωνας, ρουθούνι
3. η θρυαλλίδα του λύχνου («λύχνοιο μύκητες αγείρωνται περὶ μύξαν», Άρατ.)
4. είδος αειθαλούς δένδρου
5. ο καρπός του δένδρου αυτού, ο οποίος μοιάζει με δαμάσκηνο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. μύξα παράγεται από θ. μυκ- του μύσσομαι «βγάζω τη μύξα, καθαρίζω τη μύτη μου» και συνδέεται πιθ. με το θέμα του λατ. mūcor «μούχλιασμα». Η λ. μύξα χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει το είδος του αειθαλούς δέντρου του οποίου ο καρπός μοιάζει με δαμάσκηνο, λόγω της γλοιώδους υφής του καρπού αυτού. Το γεγονός εξάλλου ότι το φρούτο απαντά και στην Αιγυπτιακή δεν επιβεβαιώνει καθόλου ότι πρόκειται για δάνεια λ. Η λ. μύξα, τέλος, εμφανίζεται ως α' συνθετικό με τη μορφή μυξ(ο)- σε ξεν. επιστημονικούς όρους οι οποίοι εισήχθησαν στην ελλ. ως αντιδάνειοι (λ. χ. μυξοίδημα, προβλ. γαλλ. myxoedeme
μυξομύκητας, πρβλ. γαλλ. myxomycete).
ΠΑΡ. μυξάζω, μυξίνος, μυξώδης
αρχ.
μυξάριον, μυξέα, μυξητήρ, μυξίον, μυξώ, μύξων
αρχ.-μσν.
μυξωτήρ
μσν.-νεοελλ. μυξώνω
νεοελλ.
μύξης, μυξιάζω, μυξιάρης, μύξικος.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) αρχ. μυξοποιός, μυξόρρους
μσν.
μυξοσκατοφάγος
μσν.-νεοελλ. μυξοκλάματα
νεοελλ.
μυξαδένας, μυξαμοιβάδα, μυξοειδής, μυξοθήλωμα, μυξοίδημα, μυξοΐνωμα, μυξοκύστωμα, μυξολίπωμα, μυξομάντηλο, μυξομύκητας, μυξομυκόφυτο, μυξομύωμο, μυξονεύρωμα, μυξοσάρκωμα].

Greek Monotonic

μύξᾰ: ἡ (μύσσομαι), μύξα, το γλοιώδες υγρό που βγαίνει από τα ρουθούνια της μύτης, Λατ. pituita, σε Ησίοδ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

μύξᾰ:
1) (преимущ. pl.) слизистое выделение, слизь (ἐκ ῥινῶν Hes.);
2) Arph., Soph. = μυκτήρ 1;
3) Anth. = μυκτήρ 3.

Frisk Etymological English

Grammatical information: f.
Meaning: slime
See also: s. μύσσομαι.
Grammatical information: f.
Meaning: kind of plum-tree
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Fur. 129 n.52 compares μυσκλον id.; also 393.

Middle Liddell

μύξα, ης, ἡ, μύσσομαι
the discharge from the nose, Lat. pituita, Hes., etc.

Frisk Etymology German

μύξα: {múksa}
Grammar: f.
Meaning: Schleim
See also: s. μύσσομαι.
Page 2,271