σύγκριση

From LSJ
Revision as of 12:33, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (39)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)

ἔνδον γὰρ ἁνὴρ ἄρτι τυγχάνει, κάρα στάζων ἱδρῶτι καὶ χέρας ξιφοκτόνους → yes, the man is now inside, his face and hands that have slaughtered with the sword dripping with sweat

Source

Greek Monolingual

η / σύγκρισις, -ίσεως, ΝΑ συγκρίνω
η δια τών αισθήσεων επιδίωξη του προσδιορισμού τών ομοιοτήτων, τών διαφορών και γενικά τών σχέσεων που υπάρχουν μεταξύ δύο ή περισσότερων αντικειμένων ή φαινομένων προς τα οποία η προσοχή του υποκειμένου στρέφεται είτε εκ περιτροπής είτε ταυτόχρονα
νεοελλ.
1. γραμμ. η δήλωση ότι η ποιότητα ή η ιδιότητα που εκφράζει ένα επίθετο υπάρχει σε υψηλότερο βαθμό σε ένα ουσιαστικό σε σχέση με άλλο ομοειδές ή ετεροειδές ή με άλλα τα οποία λαμβάνονται ως ένα
2. φρ. «κοινωνική σύγκριση»
(ψυχολ.) η τάση τών ατόμων να συγκρίνουν τη στάση και τις ικανότητες τους με εκείνες άλλων ατόμων
αρχ.
1. η παραγωγή συγκρίματος, σχηματισμός που προκύπτει από τη συνένωση στοιχείων, σύνθεση
2. σύσταση («γεώδους ἀντεχόμενα συγκρίσεως», Διόδ.)
3. σύνθετη ουσία
4. ύλη, υλικό
5. εισφορά
6. ερμηνεία, εξήγηση
7. απόφαση
8. (η δοτ. ως επίρρ.) συγκρίσει
με παραβολή, με αντιπαραβολή
9. φρ. α) «κατὰ σύγκρισιν» — με σύγκριση, συγκριτικώς (λεξ. Σούδα)
β) «οὐδ ἔχων σύγκρισιν πρός τι» — ανώτερος συγκρίσεως, ασύγκριτα καλύτερος Αθήν..