Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αὐτόθι

From LSJ
Revision as of 07:44, 31 December 2018 by Spiros (talk | contribs) (1b)
Sophocles, Antigone, 781
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: αὐτόθῐ Medium diacritics: αὐτόθι Low diacritics: αυτόθι Capitals: ΑΥΤΟΘΙ
Transliteration A: autóthi Transliteration B: autothi Transliteration C: aftothi Beta Code: au)to/qi

English (LSJ)

Adv.

   A = αὐτοῦ, on the spot, αὐτόθ' ἔασε κεῖσθαι Il.5.847, etc.; παρ' αὐ. (vv.ll. αὐτόφι, αὐτίκα) 23.147, cf. Hdt.1.93, 2.44,56, al.: also in Com. and Att. Prose, Ar.Eq.119, Pherecr.84, Lys.23.11, Pl. Prt.314b,al.    II later of Time, on the spot, Luc.Cal.24.

Greek (Liddell-Scott)

αὐτόθῐ: ἐπίρρ. ἀντὶ αὐτοῦ, = ἐν αὐτῷ τῷ τόπῳ, αὐτόθ’ ἔασε κεῖσθαι Ἰλ. Ε. 847, κτλ.· παρ’ αὐτόθι, (εἰ μὴ ἀναγνωστέον αὐτόφι) Ψ. 147· ὡσαύτως παρ’ Ἡροδ. 1. 93., 2. 44, 56, κ. ἀλλ.· συχν. παρ’ Ἀττ., κωμικοῖς τε καὶ πεζ., Ἀριστοφ. Ἱππ. 119, Φερεκρ. ἐν «Κραπατάλλοις» 2, (ἔνθα ὁ Meineke ἔχει εὐθέως), Πλάτ. Πρωτ. 314Β, κ. ἀλλ.

French (Bailly abrégé)

adv.
là même, ici même.
Étymologie: αὐτός, -θι.

English (Autenrieth)

(right) there, (right) here, on the spot; often with more definite limitation following, αὐτόθι μίμνει | ἀγρῷ, Od. 11.187, so ἐν w. dat., Od. 9.29, Il. 9.617.

English (Slater)

αὐτόθι
   1 here, in this place ἐντί τοι φίλιπποί ταὐτόθι καὶ κτεάνων ψυχὰς ἔχοντες κρέσσονας ἄνδρες i. e. in this city of Aigina (N. 9.32)

Spanish (DGE)

(αὐτόθῐ)
adv.
1 ref. al lugar en el mismo lugar, aquí según la posición relativa ahí, allí αὐτόθ' ἔασε κεῖσθαι Il.5.847, αὐ. ὀλέσθαι Il.3.428, ἔστι αὐ. σῆμα Hdt.1.93, cf. 2.44, αὐ. ἱδρύσασθαι Hdt.2.56, διὰ τὸν ἠέρα, ὅτι ἀκάθαρτος ... αὐτόθι γίγνεται Hp.Aër.6, cf. 15, ἔνεστιν αὐ. Ar.Eq.119, Πρωταγόρας αὐ. ἐστίν Pl.Prt.314b, ὅσα αὐ. ἐρρήθη Lys.23.11, μένειν αὐ. Plb.18.8.6, 30.5.1, αὐ. ... τέτακται τόπος Longin.16.1
c. prep. παρ' αὐ. Il.13.42, 23.147, 23.640, en función adjetival τοῖς αὐ. ἑταίροις E.Ep.5.56, ἐν τῇ αὐ. θαλάττῃ Plb.34.8.1.
2 ref. al tiempo en el mismo momento, inmediatamente τακεροὺς ποιήσεις ἐρεβίνθους αὐ. Pherecr.84, ἐπιμελεῖσθαι αὐ. IG 22.338.17 (IV a.C.), ἄπιστος γὰρ αὐ. κατηγορία Luc.Cal.24, αὐ. ἔσχεν ὁ Ἀντίνοος POxy.2721.21 (III d.C.), αὐ. ἀπέσχεν ἡ Αὐρηλία POxy.2723.17 (III d.C.).

Greek Monolingual

(AM αὐτόθι) επίρρ.
στον ίδιο τόπο, στο ίδιο σημείο
νεοελλ.
(για παραπομπές) στο ίδιο βιβλίο ή χωρίο του συγγραφέα το οποίο έχει αναφερθεί πιο πάνω
αρχ.
αμέσως, ευθύς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αυτός + (επιρρ. κατάλ.) –θι (πρβλ. ακρόθι, άλλοθι, αύθι κ.ά.)].

Greek Monotonic

αὐτόθῐ: επίρρ. αντί αὐτοῦ, αυτοστιγμεί, σε Ομήρ. Ιλ., Ηρόδ., Αττ.

Russian (Dvoretsky)

αὐτόθῐ: adv.
1) здесь именно, на этом самом месте (κεῖσθαι Hom.; οὐ μόνος αὐ. ἐστίν Plat.);
2) тут же, сразу (ἄπιστος αὐ. ἡ κατηγορία Luc.).