ἀπόδερμα

From LSJ
Revision as of 18:15, 3 October 2022 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "(?s)(\n{{ls\n\|lstext.*}})(\n{{.*}})(\n{{elru.*}})" to "$3$1$2")

Κινδυνεύουσι γὰρ ὅσοι τυγχάνουσιν ὀρθῶς ἁπτόμενοι φιλοσοφίας λεληθέναι τοὺς ἄλλους ὅτι οὐδὲν ἄλλο αὐτοὶ ἐπιτηδεύουσιν ἢ ἀποθνῄσκειν τε καὶ τεθνάναι → Actually, the rest of us probably haven't realized that those who manage to pursue philosophy as it should be pursued are practicing nothing else but dying and being dead (Socrates via Plato, Phaedo 64a.5)

Source
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀπόδερμα Medium diacritics: ἀπόδερμα Low diacritics: απόδερμα Capitals: ΑΠΟΔΕΡΜΑ
Transliteration A: apóderma Transliteration B: apoderma Transliteration C: apoderma Beta Code: a)po/derma

English (LSJ)

v. ἀπόδαρμα.

German (Pape)

[Seite 300] τό, das abgezogene Fell, Her. 4, 64.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
peau écorchée.
Étymologie: ἀποδέρω.

Russian (Dvoretsky)

ἀπόδερμα: ατος τό содранная кожа, шкура Her.

Greek (Liddell-Scott)

ἀπόδερμα: -ατος, το, (ἀποδέρω) τὸ ἀπεκδαρέν, ἀφαιρεθὲν δέρμα, Ἡρόδ. 4. 64.

Greek Monolingual

ἀπόδερμα, το (Α)
προβιά, τομάρι.

Greek Monotonic

ἀπόδερμα: -ατος, τό (ἀποδέρω), δέρμα που έχει αφαιρεθεί με εκδορά, τομάρι, σε Ηρόδ.

Middle Liddell

ἀποδέρω
a hide stripped off, Hdt.