Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Δάειρα

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: Δάειρα Medium diacritics: Δάειρα Low diacritics: Δάειρα Capitals: ΔΑΕΙΡΑ
Transliteration A: Dáeira Transliteration B: Daeira Transliteration C: Daeira Beta Code: *da/eira

English (LSJ)

[ᾰ],ἡ,

   A Knowing one, epith. of Persephone at Athens, Pherecyd. 45 J., Lyc.710, IG2.741 Ab2: Δαῖρα, A.Fr.277, IG22.1358.12: —Δαειρίτης, ου, ὁ, her priest, Poll.1.35.

Greek (Liddell-Scott)

Δάειρα: ἡ, καὶ Δαῖρα, ἡ, ἡ γινώσκουσα· ἐπίθ. τῆς Περσεφόνης ἐν Ἀθήναις, Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 271, Λυκόφρ. 710:― Δαειρίτης, ὁ, ὁ ἱερεὺς αὐτῆς, Πολυδ. Α’, 35.

Spanish (DGE)

-ας, ἡ

• Alolema(s): Δαῖρα A.Fr.277, Sokolowski 2.18B.16 (V a.C.), IG 22.1358.12 (IV a.C.), A.R.3.847, Timosthenes 41, Ael.Dion.δ 1
Daíra o Dera mit.
1 hermana de Estigia hija de Océano y madre del héroe Eleusis, Pherecyd.45, Paus.1.38.7, Ael.Dion.l.c., madre de Sémele, Ar.Fr.804, venerada en los misterios eleusinos Sokolowski l.c., IG l.c., IG 22.1496.103 (IV a.C.), y en otros lugares SEG 18.561.12 (Neocesarea II d.C.).
2 epít. de varias diosas por identificación c. 1, de Perséfone, A.l.c., A.R.l.c., Timosthenes l.c., Lyc.710, de Afrodita en identificación con Deméter, Phanod.15, de Hera, Eust.648.33.

Greek Monolingual

Δάειρα και Δαῑρα, η (Α)
αυτή που κατέχει τη γνώση (επίθ. της Περσεφόνης στην Αθήνα).
[ΕΤΥΜΟΛ. θηλυκό όνομα σε -ειρα (πρβλ. αντιάνειρα, κυδιάνειρα κ.ά.), του οποίου η ακριβής σημασία είναι άγνωστη. Υποστηρίχτηκε ότι συνδέεται με το δαήναι (απαρμφ. του αορ. εδάην, πρβλ. διδάσκω), ενώ ο πρωταρχικός τ. είναι Δαίρα < δᾰσριγᾰ (πρβλ. και αρχ. ινδ. dasra- «θαυματοποιός»). Εάν όμως ο τ. Δαίρα προήλθε απευθείας από το δαήναι, κατά τα θηλυκά σε -ειρα, τότε ο τ. Δαίρα είναι υστερογενής και προήλθε με ιωτακισμό (-ι-αντί -ει-). Πολύ αμφίβολη τέλος είναι και η υπόθεση ότι η λ. Δάειρα είναι το θηλ. του δαήρ «κουνιάδος»].

Russian (Dvoretsky)

Δάειρα: (δᾰ), стяж. Δαῖρα ἡ Знающая, Просвещенная (эпитет Персефоны) Aesch.

Frisk Etymological English

Grammatical information: f.
Meaning: Name of an earth goddess in Attica, to whom a pregnant sheep was sacrificed (Pherekyd. 45, Lyk. 710, inscrr.); also Δαῖρα (A. Fr. 277, inscr.).
Derivatives: Δαειρίτης m. name of a priestess (Poll.).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Formation like κυδι-άνειρα etc. Connected with δαῆναι (s. v.). Not directly to Skt. dasrá- effecting miracles (cf. δαΐ-φρων; Δαῖρα from *δασριι̯α, with Δάειρα after Κτεάτειρα?). Semantically not attractive (Δαῖρα itacistic?). Anders Nilsson Arch f. Religionswiss. 32 (1935) 82f., Kern P.-W. 4, 1980f.: fem. to δαήρ, "sister-in-law", which is not very convincing either. More prob. Pre-Greek (-εια).

Frisk Etymology German

Δάειρα: {Dáeira}
Grammar: f.
Meaning: N. einer Erdgöttin in Attika, der ein trächtiges Schaf geopfert wurde (Pherekyd., Lyk., Inschr.), auch Δαῖρα (A. Fr. 277, Inschr.). — Δαειρίτης m. N. ihres Priesters (Poll.).
Etymology : Bildung wie Κτεάτειρα, κυδιάνειρα usw. Nach gewöhnlicher Annahme zu δαῆναι (s. d.), u. zw. als altes Fem. zu aind. dasrá- wundertätig (vgl. δαΐφρων; urspr. Δαῖρα aus *δασριι̯α, woraus Δάειρα nach Κτεάτειρα usw.?). Falls diese semantisch wenig begründete Zusammenstellung überhaupt richtig ist, kann Δάειρα direkt zu δαῆναι nach den erwähnten Mustern gebildet sein (Δαῖρα dann itazistische Schreibung?). Anders Nilsson Arch. f. Religionswiss. 32, 82f., Kern P.-W. 4, 1980f.: Fem. zu δαήρ, "die Schwägerin", was ebenfalls semantisch schwer zu begründen ist.
Page 1,338