Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πήδημα

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: πήδημα Medium diacritics: πήδημα Low diacritics: πήδημα Capitals: ΠΗΔΗΜΑ
Transliteration A: pḗdēma Transliteration B: pēdēma Transliteration C: pidima Beta Code: ph/dhma

English (LSJ)

ατος, τό,

   A leap, bound, A. Pers.95,305, S.Aj.833, E.Andr.1139, etc., cf. πηδάω 1; leaping up in admiration, of an audience, Plu.2.41c(pl.).    II beating or throbbing of the heart, τὸ μέλλον καρδία πήδημ' ἔχει E.Ba.1288; ῐσχεσθαι καρδίαν πηδήματος Plu.2.83b.

German (Pape)

[Seite 609] τό, der Sprung; πήδ. κοῦφον ἐκ νεὼς ἀφήλατο, Aesch. Pers. 297; πήδημ' ὀρούσας, Ag. 800; Soph. Ai. 820; πήδημ' εἰς Ἅιδου πικρόν, Eur. Hipp. 829; der Schlag des Herzens, der Adern, das Herzklopfen, ὡς τὸ μέλλον καρδία πήδημ' ἔχει, Eur. El. 861; u. in späterer Prosa, wie Luc. de salt. 34, Plut. u. A.

Greek (Liddell-Scott)

πήδημα: τό, τὸ πηδᾶν, σκίρτημα, Αἰσχύλ. Πέρσ. 95, 305, Σοφ. Αἴ. 833, Εὐρ. Ἀνδρ. 1139, κτλ.· ἴδε ἐν λ. πηδάω Ι· ― ἀναπήδησις ἐν θαυμασμῷ, Πλούτ. 2. 41C. ΙΙ. κτύπημα, παλμὸς τῆς καρδίας, τὸ μέλλον καρδία πήδημ’ ἔχει, δηλ. πάλλεται μὲ φοβερὰ προαισθήματα, Εὐρ. Βάκχ. 1289· ἴσχειν καρδίαν πηδήματος Πλούτ. 2. 83Β.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
1 bond, saut;
2 battement du cœur, pulsation, palpitation.
Étymologie: πηδάω.

Greek Monolingual

το, ΝΜΑ πηδώ
1. το να πηδάει κάποιος ή η απόσταση που καλύπτει με την κίνησή του, το άλμα
2. φρ. «ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα» — αν μπορείς απόδειξε έμπρακτα τους κομπασμούς σου
νεοελλ.
η συνουσία, η όχευση
αρχ.
1. αναπήδηση, ανασκίρτηση
2. παλμός της καρδιάς.

Greek Monotonic

πήδημα: -ατος, τό,
I. πήδημα, σκίρτημα, άλμα, σε Τραγ.
II. χτύπημα ή παλμός της καρδιάς, τὸ μέλλον καρδία πήδημ' ἔχει, δηλ. χτυπά, πάλλεται με φοβερά προαισθήματα, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

πήδημα: ατος τό
1) прыжок, скачок Trag., Plut.;
2) толчок, биение (πηδήματα καρδίας Plut.): τὸ μέλλον καρδία π. ἔχει Eur. сердце трепещет в ожидании предстоящего.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πήδημα -ατος, τό [πηδάω] sprong. het kloppen, het bonzen (van het hart).

Middle Liddell

πήδημα, ατος, τό, [from πηδάω
I. a leap, bound, Trag.
II. a beating or throbbing of the heart, τὸ μέλλον καρδία πήδημ' ἔχει, i. e. beats with fearful presage, Eur.