Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γηγενής

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: γηγενής Medium diacritics: γηγενής Low diacritics: γηγενής Capitals: ΓΗΓΕΝΗΣ
Transliteration A: gēgenḗs Transliteration B: gēgenēs Transliteration C: gigenis Beta Code: ghgenh/s

English (LSJ)

ές, Dor. γᾱγενής Hdn.Gr.2.419:—

   A earthborn, βολβός Xenarch.1.5; of a potter's vessel, Antiph.182.3; indigenous, βούβαλις S.Fr.792.    2 earthborn, of primeval men, Ἐρεχθεύς Hdt.8.55; Παλαίχθων A.Supp.250; τοὺς ἔμπροσθεν φύεσθαι γηγενεῖς καὶ μὴ ἐξ ἀλλήλων γεννᾶσθαι Pl.Plt.269b, cf. Arist.GA762b29; of the Thebans, Trag.Adesp.84; γ. πρωτοπλάστης LXX Wi.7.1; of body, opp. soul, Pl.Lg.727e.    3 οἱ γ. the dead, the shades, ib.Pr. 2.18, 9.18.    II born of Gaia, of Titans and Giants, Batr.7, A.Pr. 353, E.Ba.996 (lyr.); ὁ γ. στρατὸς Γιγάντων S.Tr.1058; τὴν ἐπὶ τῶν γηγενῶν (sc. ἀναστροφήν), opp. civilized life, Phld.Sto.Herc.339.19: in Com. with an insinuation of impiety, Ar.Nu.853; (but also boorish, βῶλος, ἄροτρον, γ. ἄνθρωπος Alex.108.5); of things, Titanic, i.e. portentous, γηγενεῖ φυσήματι Ar.Ra.825: Sup. -έστατος most earthy, i. e. limited in intelligence, Procl.in Prm.p.763 S.

German (Pape)

[Seite 489] ές, erdgeboren; aus der Erde entstanden, gewachsen, βολβός Xenarch. bei Ath. II, 63 f; μύκητες ibd. 60 f; πῦρ γ. Strab. 13 p. 628; aus Erde gemacht, Luc. Lexiph. 7. Bes. ὁ, Erdsohn, Gigant, Soph. Trach. 1058 u. a. D.; Argus, Aesch. Prom. 570; Erechtheus, = αὐτόχθων, Her. 8, 55; Arist. Polit. 2, 8. – Uebh. irdisch, οὐδὲν γὰρ γηγενὲς Ὀλυμπίων ἐντιμότερον Plat. Legg. V, 727 c.

Greek (Liddell-Scott)

γηγενής: -ές, ἐκ τῆς γῆς γεννηθεὶς ἢ γεγεννημένος, βολβός Ξέναρχ. Βουταλ. 1· ἐπὶ ἀγγείου κεραμεοῦ, Ἀντιφ. Παρασ. 1. 2) ὡς τὸ αὐτόχθων, ὁ ἐκ τῆς γῆς γεννηθείς, ἐπὶ τῶν πρωτογόνων ἀνθρώπων, Ἡροδ. 8. 55, Αἰσχύλ. Ἱκέτ. 250· τοὺς ἔμπροσθεν φύεσθαι και μὴ ἐξ ἀλλήλων γεννᾶσθαι Πλάτ. Πολιτ. 269Β, πρβλ. Νόμ 727Ε, Ἀριστ. π. Ζ. Γεν. 3. 11, 25 · ἐπὶ τῶν Θηβαίων, Τραγ. παρ’ Ἀριστ. Ποιητ. 16, 2. ΙΙ. γεννηθείς ἐκ τῆς Γῆς, ἐπὶ τῶν Τιτάνων καὶ Γιγάντων, Αἰσχύλ. Πρ. 351, 677 · ὁ γ. στρατός γιγάντων Σοφ. Τρ. 1058·― παρὰ κωμ. ὡς τὸ Λατ. terrae filius, περιφρονητικῶς καὶ μετά τινος ὑπαινιγμοῦ ἀσεβείας ἐπὶ τῶν φιλοσόφων, Ἀριστοφ. Νεφ. 853, Ἄλεξ. Κρατευ. 2·― οὕτω καὶ ἐπὶ πραγμάτων, πελώριος, ἰσχυρός, μανιώδης, γηγενεῖ φυσήματι Ἀριστοφ. Βατρ. 825·― ὑπερθ. γηγενέστατος Πρόκλ. Παρμ. 763Ε.

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
I. adj. 1 né de la terre (par ex. cigale);
2 fait de terre;
II. οἱ Γηγενεῖς, les Fils de la terre, càd les Titans et les Géants.
Étymologie: γῆ, γίγνομαι.

Spanish (DGE)

-ές

• Alolema(s): dór. γαγενής Call.Lau.Pall.8, Hdn.Gr.2.419

• Morfología: [jón. gen. -έος Hdt.8.55; plu. -έων Batr.7]
I 1nacido de la tierra de seres mitológicos hijo de Tierra γηγενέων ἀνδρῶν μιμούμενοι ἔργα Γιγάντων Batr.l.c., cf. S.Tr.1058, Τυφῶν A.Pr.351, Ἄργος A.Pr.567, 677, γόνος ref. Penteo, E.Ba.996, cf. 1016, Trag.Adesp.653.13, Κύκλωπες A.R.1.510, de un dragón, A.R.4.151, Τιτυός Luc.Nec.14, οἶσθα γηγενῆ μάχην; ¿conoces la batalla nacida de la tierra? e.d. la batalla contra los hijos de la Tierra ref. al combate entre dioses y Gigantes, E.Io 987, cf. Cyc.5
de los primeros hombres Ἐρεχθεύς Hdt.l.c., E.Io 20, Παλαίχθων A.Supp.250, de los naturales de Cos, Hp.Ep.27.5, τοὺς ἔμπροσθεν φύεσθαι γηγενεῖς καὶ μὴ ἐξ ἀλλήλων γεννᾶσθαι Pl.Plt.269b, de los hombres y cuadrúpedos, Arist.GA 762b29, de plantas βολβός Xenarch.1.5, de la cigarra Anacreont.34.16, cóm. de una vasija de barro Καρύστου θρέμμα, γ. Antiph.180.3
del cuerpo por op. al alma, Pl.Lg.727e
en lit. judeo crist. hecho de tierra del primer hombre γηγενοῦς ἀπόγονος πρωτοπλάστου LXX Sap.7.1, cf. Origenes Cels.4.36, Ath.Al.Serm.Fid.64.
2 nacido en el país, auctóctono, indígena βούβαλις S.Fr.792, cf. Lyd.Mag.1.22.
3 fig. de pers. rústico, tosco ἄνθρωπος Alex.113.5
torpe οὔτε ὁ ἀτελέστατος καὶ γηγενέστατος ἀνεννόητός ἐστι πάντη τῆς εἰδητικῆς αἰτίας Procl.in Prm.974.
4 propio de un gigante, gigantesco φύσημα Ar.Ra.825.
II subst.
1 οἱ γηγενεῖς los hijos de la Tierra, los Gigantes E.Io 1529, E.Fr.164a, Call.l.c., A.R.1.943, Philostr.Her.10.22
fig. en la Comedia ref. a los filósofos, con alusión a su impiedad, Ar.Nu.853
de los pelasgos de Tesalia, Dei(l)och.7, que habitaban desterrados en Cízico, Herodor.7
de habitantes de poblaciones autóctonas ἐπὶ τῶν γηγε[νῶ] ν (ἀναστροφή) por op. a la vida civilizada, Phld.Sto.21.
2 ὁ γ. mortal, hombre 1Ep.Clem.39.2, γηγενεῖς ... ὄλλυνται LXX Pr.9.18.
3 οἱ γηγενεῖς las sombras, los muertos ἔθετο ... παρὰ τῷ ᾅδῃ μετὰ τῶν γηγενῶν τοὺς ἄξονας LXX Pr.2.18.

Greek Monolingual

-ές (AM γηγενής, -ές)
ο αυτόχθονας, αυτός που έχει γεννηθεί σ' έναν τόπο
νεοελλ.
1. αναφέρεται σ' ένα ζωικό ή φυτικό ιθαγενές είδος μιας συγκεκριμένης περιοχής
2. ως ουσ. οι γηγενείς
οι αυτόχθονες σε αντίθεση με τους πρόσφυγες και τους ξένους
3. φρ. «γηγενές αέριο» — φυσικό αέριο
αρχ.-μσν.
ως ουσ.
1. θνητός, άνθρωπος (σε αντίθεση με τους αγγέλους)
2. οι πρωτόπλαστοι, ο Αδάμ και η Εύα -
αρχ.
1. (για μυθικά πρόσωπα) αυτός που γεννήθηκε ή ξεφύτρωσε απευθείας από τη Γη
2. (για τους Γίγαντες και τους Τιτάνες) εκείνος που γεννήθηκε από τη θεά Γαία -
3. (για φυτά ή τμήματά τους) εκείνος που αναπτύσσεται μέσα στο χώμα
4. (για το σώμα σε αντίθεση με την ψυχή) γήινος, υλικός
5. (για πράγματα) τεράστιος, τιτανικός
6. αγροίκος, άξεστος
7. (πληθ. αρσ. ως ουσ.) oἱ γη-γενεῑς
οι νεκροί.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γη + -γενής < γένος].

Greek Monotonic

γηγενής: -ές (γί-γνομαι),
I. όπως το αὐτό-χθων, αυτός που έχει γεννηθεί από τη γη, λέγεται για τους πρωτόγονους ανθρώπους, σε Ηρόδ., Πλάτ.
II. ο γεννημένος από τη Γη (Gaia ή Tellus), λέγεται για τους Τιτάνες και τους Γίγαντες, σε Αισχύλ., Σοφ.· ομοίως, λέγεται για πράγματα, πελώριος, μανιώδης, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

γηγενής:
1) земнорожденный, земнородный, сын земли (ἄνδρες = Γίγαντες Batr., Aesch., Arph., Arst., Anth.; Ἐρεχθεύς Her.; στρατὸς Γιγάντων Soph.; οὐδὲν γηγενὲς Ὀλυμπίων ἐντιμότερον Plat.);
2) ирон. (о философах, штурмующих, подобно Гигантам, небо) нечестивый Arph.;
3) гигантов, т. е. мощный, потрясающий (φύσημα Arph.);
4) земной (φύσις Plut.).

Middle Liddell

[γῆ, γίγνομαι
I. like αὐτόχθων, earthborn, of the primeval men, Hdt., Plat.
II. born of Gaia or Tellus, of the Titans and Giants, Aesch., Soph.; —so of things, portentous, furious, Ar.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

γηγενής -ές [γῆ, γίγνομαι
1. uit de aarde geboren, ; Plat. Lg. 727e; geboren uit Gaea:; ὁ γηγενὴς στρατὸς Γιγάντων het uit Gaea geboren leger der Giganten Soph. Tr. 1058; uit aarde gemaakt :. γηγενῆ πολλά veel aardewerk Luc. 46.7.
2. overdr.
3. uit de klei getrokken, achterlijk; subst. : παρὰ τοὺς γηγενεῖς bij dat uit de klei getrokken stelletje Aristoph. Nub. 853.
4. gigantisch :. γηγενεῖ φυσήματι door een reusachtige stormvlaag Aristoph. Ran. 825.