Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αἰολόμητις

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: αἰολόμητις Medium diacritics: αἰολόμητις Low diacritics: αιολόμητις Capitals: ΑΙΟΛΟΜΗΤΙΣ
Transliteration A: aiolómētis Transliteration B: aiolomētis Transliteration C: aiolomitis Beta Code: ai)olo/mhtis

English (LSJ)

ιος, ὁ, ἡ,

   A full of various wiles, like αἰολόβουλος, Hes.Th.511, A.Supp.1036 (lyr.); also αἰολο-μήτης, ου, ὁ, Hes.Fr.7 (s.v.l.).

Greek (Liddell-Scott)

αἰολόμητις: -ιος, ὁ, ἡ, = πλήρης ποικίλων δόλων, ὡς τὸ αἰολόβουλος, Ἡσ. Θ. 511, Αἰσχύλ. Ἱκ. 1037· ὡσαύτως καὶ αἰολομήτης, ου, ὁ, Ἡσ. Ἀποσπ. 28.

French (Bailly abrégé)

ιος (ὁ, ἡ)
fertile en ruses.
Étymologie: αἰόλος, μῆτις.

Spanish (DGE)

-ιος
de mente retorcida o ingeniosa Προμηθεύς Hes.Th.511, Κύπρις A.Supp.1036, Ὀδυσσεύς Opp.H.2.503, Αἰακός Nonn.D.37.580, πούλυπος Nonn.D.1.279, Ἔρως Musae.198.

Greek Monotonic

αἰολόμητις: -ιος, ὁ, ἡ, γεμάτος από διαφόρους δόλους, πανουργίες, τεχνάσματα, σε Ησίοδ., Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

αἰολόμητις: ιος adj. хитроумный, изобретательный (Προμηθεύς Hes.; θεός, sc. Ἣρα Aesch.).

Middle Liddell


full of various wiles, Hes., Aesch.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

αἰολόμητις -ιος αἰόλος, μῆτις vindingrijk.