Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βάβαξ

Ἀλλ’ ἐσθ’ ὁ θάνατος λοῖσθος ἰατρός κακῶν -> But death is the ultimate healer of ills
Sophocles, Fragment 698
Full diacritics: βάβαξ Medium diacritics: βάβαξ Low diacritics: βάβαξ Capitals: ΒΑΒΑΞ
Transliteration A: bábax Transliteration B: babax Transliteration C: vavaks Beta Code: ba/bac

English (LSJ)

ακος, ὁ,

   A chatterer, Archil.33, Lyc.472.

German (Pape)

[Seite 423] ακος = vor. 1), Archil. 26; Lycophr. 472.

Greek (Liddell-Scott)

βάβαξ: ὁ, (βαβάζω) φλύαρος, Ἀρχίλ. 29· παρ᾿ Ἡσυχ. βαβάκτης· - βαβάκτης· ὡσαύτως, ὁ μεγαλοφώνως ὁμιλῶν, κεκράκτης, “φωνακλᾶς”, θορυβωδῶς διασκεδάζων, ἐπίθ. τοῦ Πανός, Κρατ. Ἀδήλ. 22, πρβλ. Εὐστ. 1431. 46.

French (Bailly abrégé)

ακος (ὁ, ἡ)
le « babillard » :
1 nom du galle (γάλλος) HSCH;
2 fam. p. cigale;
3 fam. p. grenouille.
Étymologie: DELG onomatopée, cf. βαΰζω.
Syn. 2) λακέτας, ἠχέτης.

Spanish (DGE)

-ακος, ὁ

• Prosodia: [βᾰβᾰκ-]
1 charlatán, gárrulo κατ' οἶκον ἐστρωφᾶτο μισητὸς β. Archil.65, στεῖλαι τριπλᾶς θύγατρας ὁ σπείρας β. Lyc.472, cf. Hsch., Et.Gen.β 3, Et.Sym.β 3B.
2 βάβακα· τὸν γάλλον Hsch.

Greek Monolingual

βάβαξ (-ακος), ο (Α)
φλύαρος, πολυλογάς.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ονοματοποιημένη λ. που συνδέεται με τα βαβάζω, βάζω, κ.ά.].