Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φιλόλογος

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Full diacritics: φῐλόλογος Medium diacritics: φιλόλογος Low diacritics: φιλόλογος Capitals: ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ
Transliteration A: philólogos Transliteration B: philologos Transliteration C: filologos Beta Code: filo/logos

English (LSJ)

ον,

   A fond of words, talkative, οἶνος φιλολόγους ποιεῖ Alex. 284; φ. καὶ πολύλογος, opp. βραχύλογος, of Athens, opp. Sparta, Pl.Lg.641e; fond of speaking, of Socrates, Id.Phdr.236e.    II fond of dialectic, fond of philosophical argument, opp. μισόλογος, Id.La. 188c; φ. γ' εἶ καὶ χρηστός Id.Tht.161a; ὁ φιλόσοφός τε καὶ ὁ φ. Id.R.582e, cf. Epicur.Sent.Vat.74, Phld.Lib.p.48 O.    2 fond of learning and literature, literary, Λακεδαιμόνιοι . . ἥκιστα φ. ὄντες Arist.Rh.1398b14; φύσει Ἀθηναῖοι φ. Str.2.3.7: opp. λογόφιλος(lover of reason), Zeno Stoic.1.67; φιλολόγῳ ὑποκατακλίνεσθαι φιλομαθῆ Plu. 2.618e, cf. 419d; opp. ἀπαίδευτος, Stob.4.22.107: opp. πολιτικός, Plu.Luc.42.    3 student, scholar, first used by Eratosthenes of himself, Suet.Gramm.10, cf. Str.14.5.15, D.H.Comp.25, Arr.Epict.2.4.1, Gal. Libr.Propr.Prooem.: but φιλόλογος ὁ φιλῶν λόγους καὶ σπουδάζων περὶ παιδείαν· οἱ δὲ νῦν ἐπὶ τοῦ ἐμπείρου τιθέασιν, οὐκ ὀρθῶς Phryn. 371.    4 of books, learned, Cic.Att.13.12.3 (Comp.): suitable for a literary man, connected with learning, ib.15.15.2. Adv. -λόγως learnedly, Poll.4.11, Arg.Ar.Ra.    5 φ. multa, much learned conversation, Cic.Att.13.52.2.    III studious of words, opp. φιλόσοφος, Plot. ap. Porph.Plot.14, etap.Procl. in Ti.1.86 D., etc. (Freq. written parox. φιλολόγος in codd., as Pl.Tht.161a (cod.B), EM406.10: but φιλόλογος Hdn.Gr.1.233 (from λόγος, not λέγω).)

German (Pape)

[Seite 1281] eigtl. das Reden liebend, gern, viel redend, redselig, geschwätzig, Plut., Ath. II, 39 b u. einzeln bei Sp. – Gew. Gelehrsamkeit u. Literatur liebend, über gelehrte, literarische Gegenstände sprechend u. schreibend. – Bei Plat. Einer, der gern über wissenschaftliche Gegenstände sich unterhält, Phaedr. 236 e Theaet. 161 a u. Rep. IX, 582 e, mit φιλόσοφος vrbdn; Ggstz μισόλογος, Lach. 188 c; vgl. Lob. Phryn. p. 393. Uebh. der sich mit einem Gegenstande wissenschaftlich u. gründlich beschäftigt, dah. auch wiß- u. lernbegierig, bei Plut. mit φιλομαθής vrbdn; bes. der alte Sprachen und Geschichte, u. übh. alte Wissenschaft u. Kunst studirt; in diesem Sinne nannte sich Eratosthenes zuerst φιλόλογος, der als Sprach- u. Geschichtsforscher, als Kritiker u. Mathematiker berühmt war; bei den Römern hieß so Ateius Capito, nach Sueton., quia multiplici et varia doctrina censebatur. So spricht Plut. non posse 13 von φιλόλογα ζητήματα κριτικῶν u. öfter, wie a. Sp. Bei Stob. Floril. 70, 17 steht φιλόλογος dem ἀπαίδευτος gegenüber. – Gegen die Accentuation φιλολόγος, welche im E. M. p. 406, 10 gebilligt zu werden scheint, u. welche Andere, wie Göttling wenigstens in der letzten Bdtg festhalten, spricht Arcad. p. 89; vgl. Lob. Phryn. p. 393. Das Wort ist nicht von λέγω, sondern von λόγος abgeleitet, u. φιλολόγος würde bedeuten »φίλος sagend«.

Greek (Liddell-Scott)

φῐλόλογος: -ον, κυρίως, ὁ ἀγαπῶν τοὺς λόγους, τὰς ὁμιλίας, λάλος, οἶνος φιλολόγους ποιεῖ Ἄλεξις ἐν Ἀδήλ. 17· φιλ. καὶ πολυλόγος, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ βραχυλόγος· λέγεται δὲ ἐπὶ τῶν Ἀθηνῶν κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὴν Σπάρτην, Πλάτ. Νόμ. 641Ε· ― ὁ ἀγαπῶν νὰ ὁμιλῇ, ἐπίθ. τοῦ Λυσίου, ὁ αὐτ. ἐν Φαίδρῳ 236Ε. ΙΙ. ὁ ἀγαπῶν τὴν διαλεκτικήν, τὴν φιλοσοφικὴν συζήτησιν, ἀντίθετον τῷ μισόλογος, ὁ αὐτ. ἐν Λάχ. 188C, ἐν Φαίδρῳ 236Ε· φ. φ’ εἶ καὶ χρηστὸς ὁ αὐτ. ἐν Θεαιτ. 161Α· ὁ φιλόσοφός τε καὶ ὁ φ. ὁ αὐτ. ἐν Πολ. 582Ε. 2) ὁ ἀγαπῶν τὴν μάθησιν καὶ τὴν σπουδὴν τῶν συγγραφέων, πεπαιδευμένος, ὡς τὸ Λατιν. studiosus, Λακεδαιμόνιοι... ἥκιστα φιλ. ὄντες Ἀριστ. Ρητ. 2. 33, 11· Ζήνων ἔφασκε τοὺς μὲν φιλολόγους, τοὺς δὲ λογόφιλους Στοβ. σ. 218. 10· «μηδ’ εἶναι φιλόλογον (τὸν φαῦλον), λογόφιλον δὲ μᾶλλον, μέχρι λαλιᾶς ἐπιπολαίου προβαίνοντα, μηκέτι δὲ καὶ τοῖς ἔργοις ἐκβεβαιούμενον τὸν τῆς ἀρετῆς λόγον» ὁ αὐτ. ἐν Ἐκλογ. 2. 214· οὕτω παρὰ Πλουτ., φιλολόγῳ ὑποκατακλίνεσθαι φιλομαθῆ 2. 618Ε, πρβλ. 419Ε· ἀντίθετον τῷ ἀπαίδευτος, Περικλ. παρὰ Στοβ. 428. 52· τῷ πολιτικός, Πλουτ. Λούκουλλ. 42· ― ἀκολούθως μεταγεν., ἄνθρωπος τῶν γραμμάτων πεπαιδευμένος, σπουδάσας περὶ τὰ γράμματα, καὶ ἐπὶ ταύτης τῆς ἐννοίας ὁ Ἐρατοσθένης οὕτως ἐκάλει ἑαυτόν· οὕτω δὲ ἐγένετο χρῆσις τοῦ ἐπιθέτου τούτου καὶ ἐπὶ τοῦ Ρωμαίου δραματικοῦ Ateius Capito, διότι (ὡς λέγει ὁ Σουητώνιος) multiplici et varia doctrina censebatur· ― τὴν χρῆσιν ὅμως ταύτην ἀποδοκιμάζει ὁ Φρύνιχος 392 (φιλόλογος ὁ φιλῶν λόγους καὶ σπουδάζων περὶ παιδείαν· οἱ δὲ νῦν ἐπὶ τοῦ ἐμπείρου τιθέασιν, οὐκ ὀρθῶς). 3) ἐπὶ βιβλίου, σπουδαῖον ἐπιστημονικὸν βιβλίον, Κικ. πρὸς Ἀττικ. 13. 12· τὸ ἔχον σχέσιν πρὸς τὴν παιδείαν, αὐτόθι 15. 15. ― Ἐπίρρ. -λόγως, μετὰ μαθήσεως, Πολυδ. Δ΄, 11, Σχολ. εἰς Ἀριστοφ. Βατρ. (ἐν ὑποθέσει.) ΙΙΙ. ὁ περὶ τοὺς λόγους σπουδάζων, ἐναντίον τῷ φιλόσοφος, Συνέσ. 43Β, Πλωτῖν., Πρόκλ., κλπ.· ― περὶ τῆς λέξεως ἴδε Lehrs εἰς Ἡρῳδιαν. 379 κἑξ. (Συχνάκις φέρεται παροξ. φιλολόγος, ὅπερ φαίνεται ἐννοῶν καὶ ὁ Μέγ. Ἐτυμ. 406. 10· ἕτεροι δὲ ὡς ὁ Götling, γράφουσιν ἐπὶ τῆς πρώτης σημασίας προπαροξ. φιλόλογος, ἐπὶ δὲ τῆς δευτέρας παροξυτ. φιλολόγος. Ἀλλ’ ὁ ὀρθὸς τονισμὸς εἶναι φιλόλογος, κατὰ τὸν κανόνα τοῦ Ἀρκαδ. 89. 16, ὡς τονίζονται πᾶσαι αἱ λέξεις αἱ συντεθειμέναι μετὰ τοῦ λόγος, καὶ μὴ παραγόμεναι ἐκ τοῦ λέγω, ὡς τὸ περατολόγος, κλπ.) ― Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. 321.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 qui aime à parler;
2 qui aime les lettres ou l’érudition, la discussion, la dialectique;
3 qui aime à disserter sur des sujets littéraires ou d’érudition;
Sp. φιλολογώτατος.
Étymologie: φίλος, λόγος.

Greek Monolingual

ο, η / φιλόλογος, -ον, ΝΜΑ
νεοελλ.
(γενικά)
1. επιστήμονας ειδικευμένος στη φιλολογία
2. (ειδικά) καθηγητής φιλολογίας
3. συνεκδ. λογοτέχνης
αρχ.
1. αυτός που αγαπά τον λόγο, που του αρέσει να μιλά, ομιλητικός ή φλύαροςοἶνος φιλολόγους ποιεῑ», Άλεξ.)
2. (ως προσωνυμία του Λυσίου) αυτός που του αρέσουν οι αγορεύσεις
3. αυτός που ευχαριστείται με την αναλυτική ανάπτυξη και έκθεση τών ιδεών, τών σκέψεών του
4. (ιδίως στον Πλάτ.) αυτός που επιδιώκει να αναλύει φιλοσοφικά ζητήματα με τον διάλογο
5. αυτός που αγαπά τη μόρφωση
6. μορφωμένος
7. αυτός που μελετά συστηματικά τους λόγους σε αντιδιαστολή προς αυτόν που αναλύει τα φιλοσοφικά ζητήματα ή ασχολείται με τα πολιτικά πράγματα
7. (για σύγγραμμα, βιβλίο) α) αυτός που σχετίζεται με την παιδεία
β) αυτός που έχει μεγάλη επιστημονική αξία.
επίρρ...
φιλολόγως Α
με αγάπη για τη μάθηση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < φιλ(ο)- + -λόγος].

Greek Monotonic

φῐλόλογος: -ον, 1. αυτός που αγαπά το λόγο, σε Πλάτ.
2. αυτός που αγαπά τη μάθηση, πεπαιδευμένος, εγγράμματος, Λατ. studiosus, σε Αριστ.

Russian (Dvoretsky)

φιλόλογος:
1) любящий поговорить, словоохотливый, разговорчивый (φ. τε καὶ πολύλογος Plat.);
2) любящий вести ученую беседу (φιλόσοφός τε καὶ φ. Plat.);
3) любящий науки, ученый Arst., Plut.;
4) поздн. изучающий старинных авторов.

Middle Liddell

φῐλό-λογος, ον,
1. fond of speaking, Plat.
2. fond of learning, literary, Lat. studiosus, Arist.