Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γυμνασιαρχέω

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: γυμνᾰσιαρχέω Medium diacritics: γυμνασιαρχέω Low diacritics: γυμνασιαρχέω Capitals: ΓΥΜΝΑΣΙΑΡΧΕΩ
Transliteration A: gymnasiarchéō Transliteration B: gymnasiarcheō Transliteration C: gymnasiarcheo Beta Code: gumnasiarxe/w

English (LSJ)

   A to be gymnasiarch, at Athens and elsewhere, IG 3.1104, al., 5(1).481, al. (Sparta), 7.1669 (Plataea), BGU184.3 (i A. D.), etc.; εἰς Προμήθεια Lys.21.3, Is.7.36; γ. λαμπάδι (cf. λαμπαδηφορία) Id.6.60:—Med., γυμνασιαρχεῖσθαι ἐν ταῖς λαμπάσι X.Vect. 4.52.    II trans., provide for, supply as gymnasiarch, πάντα τὰ γυμνάσια Keil-Premerstein Zweiter Bericht No.69 :—Pass., to be supplied with gymnasiarchs, γυμνασιαρχοῦσιν οἱ πλούσιοι... ὁ δὲ δῆμος γυμνασιαρχεῖται X.Ath.1.13.

German (Pape)

[Seite 509] Gymnasiarch sein, εἰς Προμήθεια, für dieses Fest, Lys. 21, 3; vgl. Is. 7, 36; λαμπάδι , für den Fackellauf, 6, 60, wie ἐν ταῖς λαμπάσι Xen. vectig. 4, 52; τοῖς Ἀθηναίοις Plut. Anton. 33; γεγυμνασιαρχηκότες Aesop. 9.

Greek (Liddell-Scott)

γυμνασιαρχέω: εἶμαι γυμνασίαρχος, ἐν Ἀθήναις, Συλλ. Ἐπιγρ. 267, 270. 1, κ. ἀλλ.· γ. εἰς Προμήθεια Λυσ. 161. 46, Ἰσαῖ. 67. 10· γ. λαμπάδι (πρβλ. λαμπαδηφορία), ὁ αὐτ. 62. 20· ὡσαύτως ἐν τῷ μέσ. τύπῳ, γυμνασιαρχεῖσθαι ἐν ταῖς λαμπάσι Ξεν. Πόρ. 4, 52.- Παθ., ἔχω γυμνασίαρχον ἢ γυμνασιάρχους, γυμνασιαρχοῦσιν οἱ πλούσιοι·, ὁ δὲ δῆμος γυμνασιαρχεῖται ὁ αὐτ. Πολιτ. Ἀθην. 1, 13. 2) ἐν Σπάρτῃ, Συλλ. Ἐπιγρ. 1351, κτλ.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
être gymnasiarque.
Étymologie: γυμνασίαρχος.

Spanish (DGE)

I 1ser gimnasiarco, ejercer una gimnasiarquía como servicio público (λειτουργία) que organizaba y sufragaba los gastos en los festivales, esp. los de las competiciones deportivas γεγυμνασιάρχηκε δὲ λαμπάδι Is.6.60, εὐθὺς ἐγυμνασιάρχουν εἰς Προμήθεια Lys.21.3, cf. Is.7.36, Θεοτέλης ... γυμνασιαρχήσας Ἑρμῇ IG 12(5).621, cf. 620 (Ceos III a.C.), ἀπὸ τῆς οὐσίας τῆς ἐκείνου ... ἐγυμνασιάρχουν ἐν τῷ δήμῳ Is.2.42, γυμνασιαρχοῦσιν οἱ πλούσιοι X.Ath.1.13, ἠναγκάσθη γὰρ γυμνασιαρχεῖν Ph.2.536.
2 rom. e imper. ejercer el cargo de gimnasiarco alto funcionario público que se ocupa de los juegos atléticos y los gimnasios (ὁ Ἀντώνιος) ἐγυμνασιάρχει δ' Ἀθηναίοις Plu.Ant.33, cf. D.C.50.5.1, γυμνασιαρχήσαντα πάντα τὰ γυμνάσια δίς TAM 5.975.6 (Tiatira I a.C.)
de gran poder y prestigio que puede conferir una dignidad vitalicia, de donde tb. tener la dignidad de gimnasiarco junto a otras dignidades, frec. en inscr. dedicatorias γυμνασιάρχαι καθὼς ἐγυμνασιάρχησαν IG 22.2037.8 (II d.C.), ἄνδρα λαμπρὸ[ν] καὶ φιλοτείμως γυμνασιαρχήσαντα IEphesos 3066.8 (II d.C.), cf. IG 5(1).481.5 (Esparta I d.C.), Αὐρήλιος ... γυμνασιαρχήσας Aurelio exgimnasiarco, PMich.610.3 (III d.C.), Ἀπολλώνιος ... στεφανηφορήσας ... καὶ γυμνασιαρχήσας MAMA 6.53 (Trípoli I a.C.), γυμνασιαρχήσαντα ἐν Λυκείῳ IG 42.642 (II d.C.), Σωκράτης ... ἠγωνοθέτη[σ] εν καὶ ἐγυμνασιάρχησεν IKPolis 61.3 (imper.), Ἀπολλωνίῳ καὶ Θε[ ...] γεγυμνασιαρχηκόσι BGU 184.3 (I d.C.), Ἀ[ντ] αρίωνι ... [γ] εγυμνασιαρχηκότι SB 11603.2 (II d.C.), cf. IAE 288 (I d.C.), IE 87.3 (II d.C.), POxy.Hels.23.4 (III d.C.), dignidad hereditaria que se hace extensiva a las mujeres Αὐρ. Ἀπολλωνίαν ... ἱερατεύσασαν τῆς Ἀρτέμιδος καὶ γυμνασιαρχήσασαν IEphesos 3233.7.
3 fig. ser gimnasiarco c. alusión a ser de familia pudiente en una fábula, Aesop.20.1, 3.
II c. suj. colect.
1 c. suj. πόλις como función que sólo se ejerce en algunas ciu. y en las metrópolis tener derecho a una gimnasiarquía γυμνασιαρχούσης τῆς πόλεως IKios 16.7 (II d.C.).
2 en v. med.-pas. beneficiarse de una gimnasiarquía ὁ δὲ δῆμος ... γυμνασιαρχεῖται (los ricos son gimnasiarcos) pero el pueblo recibe el beneficio de esa gimnasiarquía X.Ath.1.13, ἐν ταῖς λαμπάσι γυμνασιάρχεσθαι X.Vect.4.52.

Greek Monotonic

γυμνᾰσιαρχέω: μέλ. -ήσω, είμαι γυμνασίαρχος, στην Αθήνα, σε Ρήτ.· Μέσ., σε Ξεν. — Παθ., διαθέτω γυμνασίαρχους, στον ίδ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

γυμνασιαρχέω [γυμνασίαρχος] gymnasiarch zijn.

Russian (Dvoretsky)

γυμνᾰσιαρχέω: быть гимнасиархом (εἰς Προμήθεια Lys.; λαμπάδι Isae. и med. ἐν ταῖς λαμπάσι Xen.; τοῖς Ἀθηναίοις Plut.): γυμνασιαρχοῦσιν μὲν οἱ πλούσιοι, ὁ δὲ δῆμος γυμνασιαρχεῖται Xen. гимнасиархами являются люди состоятельные, народ же присутствует на организованных ими состязаниях.

Middle Liddell


to be gymnasiarch, at Athens, Oratt.: Mid., Xen.:—Pass. to be supplied with gymnasiarchs, Xen.