Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διαμάχη

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523
Full diacritics: διαμᾰχη Medium diacritics: διαμάχη Low diacritics: διαμάχη Capitals: ΔΙΑΜΑΧΗ
Transliteration A: diamáchē Transliteration B: diamachē Transliteration C: diamachi Beta Code: diama/xh

English (LSJ)

ἡ,

   A a fight, struggle, πρὸς φόβους καὶ λύπας Pl.Lg.633d, cf. J.BJ6.2.8 (pl.), Ph.1.7, al., Plu.2.74c, etc.

German (Pape)

[Seite 589] ἡ, das Ankämpfen, der Kampf; πρὸς φόβους καὶ λύπας Plat. Legg. I, 633 d; Plut.

Greek (Liddell-Scott)

διαμάχη: ἡ, τὸ μάχεσθαι ἐναντίον, πρός τι Πλάτ. Νόμ. 633D, Πλούτ. 2. 74C, κτλ.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
combat acharné.
Étymologie: διαμάχομαι.

Spanish (DGE)

-ης, ἡ
1 lucha, combate c. πρός y ac. contra τὴν ἀνδρείαν ... εἶναι πρὸς φόβους καὶ λύπας διαμάχην μόνον Pl.Lg.633d, πρὸς τὰ πάθη Plu.2.74c
c. περί lucha, combate por περὶ αὐτῆς τῆς πόλεως Pl.Lg.814a, περὶ τὸ ἱερόν I.BI 6.163
c. gen. o dat. conflicto, lucha entre varios γελοίαν ... γίνεσθαι τὴν διαμάχην αὐτῶν Plb.29.8.2, τῶν φύσει ἀντιπάλων ... δ. Ph.2.513, cf. 2.32, c. giro prep. τὴν ἐκ φύσεως αὐτῶν διαμάχην el conflicto que surge de su propia naturaleza Ph.1.7
sin rég. ἡ ἅμιλλα καὶ δ. Ph.1.643, cf. Gal.9.921, POxy.237.7.22 (II d.C.), 4090.16 (IV d.C.).
2 sent. dialéctico disputa, controversia ἐκ τῆς ἄντικρυς διαμάχης a partir de una controversia directa I.AI 4.150
c. περί y gen. disputa, controversia por γενομένης παρὰ τοῖς φιλοσόφοις περὶ αὐτοῦ διαμάχης S.E.M.1.156.

Greek Monolingual

η (AM διαμάχη και διαμάχησις, -εως)
φιλονικία, διένεξη, διαπάλη
αρχ.
πόλεμος, αγώνας.

Russian (Dvoretsky)

διαμάχη: (ᾰ) ἡ бой, борьба (πρός τι Plat., Plut.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

δια-μάχη -ης, ἡ hevige strijd.