Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δράττομαι

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

French (Bailly abrégé)

att. p. δράσσομαι.

Greek Monolingual

(AM δράττομαι και δράσσομαι και δράζομαι και σπαν. δράττω)
1. πιάνω κάτι σφιχτά με το χέρι μου, χουφτώνω
2. συλλαμβάνω με δύναμη, αρπάζω
νεοελλ.
μτφ. επωφελούμαι, εκμεταλλεύομαιδράττομαι της ευκαιρίας»).
[ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. δράσσομαι (αττ. δράττομαι) < δράχ-yομαι ανάγεται σε ΙΕ ρίζα derk- ή dergh- «συλλαμβάνω, πιάνω» και εμφανίζει τη συνεσταλμένη βαθμίδα της ρίζας. Η σχέση με λέξεις άλλων ινδοευρ. γλωσσών είναι αβέβαιη. Συνδέεται πιθ. με αρμ. trc-ak «δεμάτι», μσν. ιρλ. dremm «ομάδα, όμιλος». Αξιοσημείωτο είναι ότι απ' αυτό το ρ. προήλθε και η λ. δραχμή.
ΠΑΡ. αρχ. δράγμα, δραγμή, δραγμός.

Russian (Dvoretsky)

δράττομαι: атт. = δράσσομαι.