Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επακολουθώ

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2

Greek Monolingual

(AM ἐπακολουθῶ, -έω)
ακολουθώ ύστερα από κάτι, συνοδεύω, ακολουθώ ως αποτέλεσμαμετά τον γάμο θα επακολουθήσει δεξίωση»)
(αρχ. -μσν.) ακολουθώ, συντροφεύω
αρχ.
1. βγαίνω, πηγαίνω συντροφιά με κάποιον, συνοδεύω
2. κατανοώ τα λεγόμενα κάποιου, παρακολουθώ νοερά
3. καταδιώκω
4. υπακούω κάποιον, τον ακολουθώ, συμμορφώνομαι («μηδ' ἐπακολουθεῑν ταῑς τῶν συμμάχων γνώμαις», Ισοκρ.)
5. καταγίνομαι, ασχολούμαι με ζήλο με κάτι
6. επιθεωρώ, επιβλέπω
7. βοηθώ, συντρέχω, συμπράττω
8. εξελέγχω, θεωρώ
9. (για μέλισσες) υπηρετώ, διακονώ.