Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μαλακότης

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: μᾰλᾰκότης Medium diacritics: μαλακότης Low diacritics: μαλακότης Capitals: ΜΑΛΑΚΟΤΗΣ
Transliteration A: malakótēs Transliteration B: malakotēs Transliteration C: malakotis Beta Code: malako/ths

English (LSJ)

ητος, ἡ, A softness, opp. σκληρότης, Pl.R.523e, Tht.186b, Arist.Mete.382a9, al.; ἡ μ. ὕπνος Herod.6.71; μ. ἱματίων D.L.5.67: in pl., Pl.Cra.432b. 2 of climate, mildness, Thphr.HP3.5.4. II weakness, effeminacy, Plu.Oth.9.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

Greek (Liddell-Scott)

μᾰλᾰκότης: -ητος, ἡ, = μαλακία, ἰδιότης τοῦ μαλακοῦ, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ σκληρότης, Πλάτ. Πολ. 523Ε, Θεαίτ. 186Β, Ἀριστ., κτλ.· ἐν τῷ πληθ., Πλάτ. Κρατ. 432Β. ΙΙ. ἀδυναμία, ἀσθένεια, ἐκθήλυνσις, Πλουτ. Ὄθων 9.

French (Bailly abrégé)

ητος (ἡ) :
mollesse ; au mor. faiblesse.
Étymologie: μαλακός.

Greek Monotonic

μᾰλᾰκότης: -ητος, ἡ, = μαλακία·
I. απαλότητα, σε Πλάτ. κ.λπ.
II. αδυναμία, εκθήλυνση, σε Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

μᾰλᾰκότης: ητος ἡ
1) мягкость Plat., Arst.;
2) изнеженность, вялость, слабость Plut.

Middle Liddell

μᾰλᾰκότης, ητος, ἡ, [from μᾰλᾰκός] = μαλακία
I. softness, Plat., etc.
II. weakness, effeminacy, Plut.

English (Woodhouse)

μαλακότης = softness

⇢ Look up "μαλακότης" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)