Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀδυναμία

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἀδῠνᾰμία Medium diacritics: ἀδυναμία Low diacritics: αδυναμία Capitals: ΑΔΥΝΑΜΙΑ
Transliteration A: adynamía Transliteration B: adynamia Transliteration C: adynamia Beta Code: a)dunami/a

English (LSJ)

Ion. -ιη, ἡ,

   A want of strength, debility, Hp.VM10: pl., ib.19, Plu.2.791d; of medicine, want of strength, Thphr.HP9.18.4.    2 generally, inability, incapacity, Hdt.8.111, Arist.Metaph.1019b15, etc.; ἡ τοῦ λέγειν ἀ. Antipho 5.2, cf. Pl.Lg.646b, etc.: pl., LXX 3 Ma.2.13: c. gen., ἀ. τοῦ ἀδικεῖν for wrongdoing, Pl.R.359b; τῶν πραγμάτων for political action, Arist.Pol.1314a23; [[[ψυχῆς]]] Stoic.3.23: c. inf., Pl.R.532b.    3 poverty, lack of resources, X.Oec.20.22, D.19.186.

Greek (Liddell-Scott)

ἀδῠνᾰμία: Ἰων. -ίη, ἡ, ἔλλειψις ἰσχύος ἢ δυνάμεως, σωματικὴ ἀδυναμίαἐξάντλησις, Ἱππ. Ἀρχ. Ἰητρ. 12. 2) καθόλου: ἀνικανότης, ἀδυναμία, Ἡρόδ. 8. 111. Ἀντιφῶν 129. 33, Πλάτ. Νόμ. 646C. κτλ.· - δι’ ἀδυναμίαν. Ἀριστ. περὶ Γεν. Ζ. 1. 18, 55, κτλ.: - μ. γεν. ἄδ. τοῦ ἀδικεῖν = πρὸς ἀδικίαν, Πλάτ. Πολ. 359Β· τῶν πραγμάτων = πρὸς ἐργασίαν, Ἀριστ. Πολ. 5. 11. 16: - μ. ἀπαρ. Πλάτ. Νόμ. 532Β. 3) = πενία, Ξεν. Οἰκ. 20, 22, Δημ. 399, 20. 4) τὸ ἀδύνατον, Ἀριστ. Ποιητ. 25, 6.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
1 impuissance, incapacité;
2 indigence, pauvreté.
Étymologie: ἀδύναμος.

Spanish (DGE)

-ας, ἡ

• Alolema(s): jón. -ίη Hp.VM 10
1 sent. fís. debilidad Hp.VM 10, 19, Lys.31.19, Pl.Lg.646b, Plu.2.791d.
2 debilidad económica, insolvencia Hdt.8.111, τῶν κεκτημένων X.Oec.20.22, τῶν πολλῶν D.19.186, τοῖς ἄλλοις ἀδυναμίαν ἐνεργασαμένους llevando a la bancarrota a los demás Plb.9.10.11.
3 incapacidad, impotencia δύναμις μὲν ἄρα καλὸν, ἀ. δὲ αἰσχρόν Pl.Hp.Ma.295e, cf. Grg.522d, ἀ. δὲ ἐστὶ στέρησις δυνάμεως impotencia es privación de potencia Arist.Metaph.1019b15, ἀφροσύνην μὲν οὖν καὶ ἀδικίαν καὶ δειλίαν καὶ μικροψυχίαν καὶ ἀδυναμίαν κακίας εἶναι Chrysipp.Stoic.3.23, τῷ μερισμῷ ἔσται ἀδυναμία Plot.6.4.9, παρείμεθα ἐν ἀδυναμίαις LXX 3Ma.2.13, cf. D.C.49.15.4
incapacidad para c. inf. βλέπειν Pl.R.532b, c. gen. τοῦ λέγειν Antipho 5.2, τοῦ ἀδικεῖν Pl.R.359b, πάντα ταῦτα ὑπερβάλλει ἀδυναμίᾳ τοῦ ἐν αὐτοῖς ψευδῆ τινα δοξάσαι Pl.Tht.192c, cf. Grg.494a, ἀ. τῶν πραγμάτων incapacidad política Arist.Pol.1314a23, ὕπνος ἀ. αἰσθήσεως el sueño es carencia de sensaciones Arist.Top.145b1, cf. Aristid.Or.1.279
c. dat. impericia ἀ. ἐν τοῖς ἱππικοῖς Plb.10.22.8.

Greek Monotonic

ἀδῠνᾰμία: Ιων. -ίη, (δύναμις),
1. έλλειψη δύναμης ή ισχύος, απουσία εξουσίας, ανικανότητα, αδυναμία, σε Ηρόδ. κ.λπ.· με γεν., ἀδυναμία τοῦ ἀδικεῖν, λέγεται για άδικη πράξη, σε Πλάτ.
2. πενία, φτώχεια, σε Ξεν., Δημ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

ἀδῠνᾰμία: ион. ἀδῠναμίη ἡ
1) бессилие, слабость, немощь Her., Plat., Arst.: ἡ τοῦ σώματος ἀ. Xen. физическая слабость;
2) неспособность, неумение (ἀ. τινός Plat., Arst. и ἀ. ποιεῖν τι Plat.);
3) бедность Dem.: δι᾽ ἀδυναμίαν Xen. по недостатку средств;
4) невозможность: εἰ προείλετο μιμήσασθαι ἀδυναμίαν Arst. если бы (поэт) задумал воспроизвести невозможное.

Middle Liddell

δύναμις
1. want of strength or power, inability, incapacity, Hdt., etc.; c. gen., ἀδ. τοῦ ἀδικεῖν for wrong-doing, Plat.
2. poverty, Xen., Dem., etc.

English (Woodhouse)

ἀδυναμία = inability, incapacity, incompetence

⇢ Look up "ἀδυναμία" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)