Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μετοίκιον

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
Full diacritics: μετοίκιον Medium diacritics: μετοίκιον Low diacritics: μετοίκιον Capitals: ΜΕΤΟΙΚΙΟΝ
Transliteration A: metoíkion Transliteration B: metoikion Transliteration C: metoikion Beta Code: metoi/kion

English (LSJ)

τό,

   A tax paid by the μέτοικοι at Athens, Eub.87, Men.35, Is.Fr.45; μ. κατατιθέναι pay it, Lys.31.9; μ. τέθηκεν D.29.3; τελεῖν Pl.Lg.850b, etc.; προσφέρειν X.Vect.2.1; καταβάλλειν Luc. Deor.Conc.3; similar tax paid by freedmen, Aristomen.16.    II μετοίκια, τά, = συνοίκια (q. v.), Plu.Thes.24.

German (Pape)

[Seite 161] τό, das Schutzgeld, welches der als Schutzgenosse in einem Orte lebende Fremdling zu zahlen hat, in Athen 12 Drachmen; κατατιθέναι, es erlegen, Lys. 31, 9, wie Dem. 57, 55; τελεῖν, Plat. Legg. VIII, 850 b, wie Plut. Phoc. 29; καταβαλεῖν, Luc. Deorum Concil. 2; πωλητήριον τοῦ μετοικίου, Dem. 25, 57; – τὰ μετοίκια, Plut. Thes. 24, ein zu Athen jährlich im Monat Boedromion gefeiertes Fest zum Andenken der veränderten Wohnsitze, als die bis dahin κατὰ κώμας σποράδην, einzeln auf dem Lande zerstreu't lebenden Bürger durch Theseus in eine Stadtgemeinde zusammengezogen wurden; es hieß auch συνοίκια u. συνοικέσια.

Greek (Liddell-Scott)

μετοίκιον: τό, ὁ φόρος τῶν 12 δραχμῶν ὁ ἀποτινόμενος ὑπὸ τῶν ἐν Ἀθήναις μετοίκων, μ. κατατιθέναι, τελεῖν, ἀποτίνειν, Λυσ. 137. 29· μ. τιθέναι Δημ. 845. 20· τελεῖν Πλάτ. Νόμ. 850Β, κτλ.· προσφέρειν Ξεν. Πόρ. 2, 1· καταβάλλειν Λουκ. Θεῶν Διάλ. 3· πρβλ. Böckh P. E. 44, κἑξ.· - παρόμοιος φόρος τελούμενος ὑπὸ τῶν ἀπελευθέρων, Ἀριστομ. ἐν Ἀδήλ. 3. ΙΙ. μετοίκια, τά, ἡ ἑορτὴ τῆς μετοικίας, = συνοίκια, τά, Πλουτ. Θησ. 24.

French (Bailly abrégé)

ου (τό) :
1 taxe de douze drachmes que payaient les étrangers domiciliés à Athènes;
2 τὰ μετοίκια, fête à Athènes, dans le mois Boédromion, en souvenir de la réunion des bourgs en une seule cité.
Étymologie: μέτοικος.

Greek Monolingual

μετοίκιον, τὸ (ΑΜ) μέτοικος
μσν.
εγκατάσταση στο εξωτερικό, αποικισμός
αρχ.
1. ετήσιος φόρος δώδεκα δραχμών που καταβαλλόταν από τους μετοίκους οι οποίοι κατοικούσαν στην Αθήνα
2. φόρος τον οποίο πλήρωναν οι απελεύθεροι
3. (το ουδ. πληθ. ως κύριο όν.) τὰ Μετοίκια
εορτή που τελούνταν κατά τη διάρκεια του μήνα Εκατομβαιώνος κάθε χρόνο σε ανάμνηση της συνένωσης από τον Θησέα όλων τών μικρών πόλεων τών Αθηναίων («ἔθυσε δὲ καὶ Μετοίκια τῇ ἕκτῃ ἐπὶ δέκα τοῦ Ἑκατομβαιώνος, ἣν ἔτι νῡν θύουσι», Πλούτ.).

Greek Monotonic

μετοίκιον: τό,
I. φόρος που καταβάλλεται απ' όσους είναι μέτοικοι, σε Πλάτ.
II. μετοίκια, τά, εορτή επ' ευκαιρία του εποικισμού (όταν ο Θησέας ένωσε όλες τις κωμοπόλεις στην πόλη των Αθηνών), σε Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

μετοίκιον: τό подушный налог с метэков (в Афинах - 12 драхм) Dem., Lys., Luc., Plut.

Middle Liddell

μετοίκιον, ου, τό,
I. the tax paid by the μέτοικοι, Plat.
II. μετοίκια, ων, τά, the feast of migration, Plut.