Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξεσηκώνω

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

1. απομακρύνω κάποιον ασκώντας πίεση, εξαναγκάζω κάποιον να φύγει βιαστικά από τον τόπο όπου βρίσκεται
2. (ιδίως σχετικά με σχέδιο ή εικόνα) αναπαριστάνω, αντιγράφω πιστά το πρωτότυπο με τη βοήθεια ημιδιαφανούς χαρτιού, ξεπατηκώνω
3. διαταράσσω, αναστατώνω («ξεσήκωσε τη γειτονιά με τις φωνές της»)
4. προκαλώ εξέγερση, υποκινώ κάποιον σε ανταρσία, σε στάση
5. παρακινώ, παροτρύνω («δεν μπορεί να διαβάσει, γιατί τήν ξεσηκώνουν οι φίλες της»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ξ(ε)- + σηκώνω].