Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οἰστός

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: οἰστός Medium diacritics: οἰστός Low diacritics: οιστός Capitals: ΟΙΣΤΟΣ
Transliteration A: oistós Transliteration B: oistos Transliteration C: oistos Beta Code: oi)sto/s

English (LSJ)

ή, όν, A that can be borne, endurable, οἰστὸν ἂν ἦν Th.1.122 ; πάντα οἰστὰ ἐφαίνετο Id.7.75 : Comp., Hld.2.24. Adv. -τῶς Poll.3.131.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

Greek (Liddell-Scott)

οἰστός: -ή, -όν, ὃν πρέπει τις νὰ ὑπομένῃ ὑπομενητός, οἰστὸν ἄν ἦν Θουκ. 1. 122· πάντα οἰστὰ ἐφαίνετο ὁ αὐτ. 7. 75· συγκρ., συμφορᾶς τὸ μὲν ἀπροσδόκητον ἀφόρητον, τὸ δὲ προεγνωσμένον οἰστότερον Ἠλιόδ. 2. 24. ― Ἐπίρρ. -τως, Πολυδ. Γ΄, 31.

French (Bailly abrégé)

1ή, όν :
supportable.
Étymologie: adj. verb. de οἴσω, f. de φέρω.
2v. ὀϊστός.

Greek Monolingual

ὀϊστός, αττ. τ. οἰστός, ό, ἡ (Α)
1. βέλοςχαλκήρης ὀϊστός», Ομ. Ιλ.)
2. είδος φυτού με βελοειδή φύλλα
3. ο αστερισμός του Τοξότη.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Κατά μία άποψη, η λ. είναι συνθ. με α' συνθετικό το προθεματικό μόριο - (II) και β' συνθετικό ένα αμάρτυρο ρηματικό επίθ. ιστός, το οποίο θα μπορούσε να συνδεθεί με το αρχ. ινδ. isyati «θέτω σε κίνηση» (πρβλ. οίμα, οίστρος) και τη λ. ιός «βέλος». Κατ' άλλη άποψη, ωστόσο, πρόκειται πιθ. για δάνεια λ.].
οἰστός, -ή, -όν (Α) οίσω
αυτός τον οποίο μπορεί κανείς να υπομένει, να υποφέρει, ανεκτός, υποφερτός.
επίρρ...
οἰστῶς (Α)
ανεκτά.

Greek Monotonic

οἰστός: -ή, -όν, ρημ. επίθ. του φέρω, αυτός που μπορεί να γίνει ανεκτός, υποφερτός, σε Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

οἰστός: [adj. verb. к οἴσω выносимый, терпимый, сносный Thuc.
II ὁ атт. = ὀϊστός.

Middle Liddell

οἰστός, ή, όν verb. adj. of φέρω
that must be borne, endurable, Thuc.

English (Woodhouse)

οἰστός = arrow

⇢ Look up "οἰστός" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)