Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πανώλης

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: πᾰνώλης Medium diacritics: πανώλης Low diacritics: πανώλης Capitals: ΠΑΝΩΛΗΣ
Transliteration A: panṓlēs Transliteration B: panōlēs Transliteration C: panolis Beta Code: panw/lhs

English (LSJ)

ες, (ὄλλυμι)

   A = πανώλεθρος 1.1, π. ὄλλυσθαι A.Th.552; ἔρρειν π. Id.Pers.732; ἤτω ἐξώλης τε καὶ πανώλης, a form of execration, Wiener Denkschr.44(6) p.54 (Cilicia).    2 in moral sense, = πανώλεθρος 1.2, S.OC1264, El.544, E.El.60.    II Act., all-destructive, συμφοραί S.OC1015.

German (Pape)

[Seite 466] ες, ganz verderbt, wie πανώλεθρος; Aesch. ἦ τἂν πανώλεις παγκάκως τ' ὀλοίατο, Spt. 552; Pers. 718; auch verworfen, verrucht, τῷ πανώλει παιδὶ τῷ Λαερτίου, Soph. Phil. 1341; O. C. 1266, vgl. El. 534, wie Eur. El. 60; – ganz verderblich, ξυμφοραί, Soph. O. C. 1019.

Greek (Liddell-Scott)

πᾰνώλης: -ες, (ὄλλυμι) = πανώλεθρος, π. ὄλλυσθαι Αἰσχύλ Θήβ. 552· ἔρρειν π. ὁ αὐτ. ἐν Πέρσ. 732· ἐξώλης, πανώλης ἤτω, τύπος κατάρας, Ἐπιγραφ. Ἁλικ. ἐν Συλλ. Ἐπιγρ. 2667, πρβλ. 2664. 2) ἐπὶ ἠθικῆς ἐννοίας, ὡς τὸ πανώλεθρος Ι. 2, Σοφ. Ο. Κ. 1264, Ἠλ. 544, Εὐρ. Ἠλ. 60. ΙΙ. ἐνεργ., καταστρεπτικώτατος, Σοφ. Ο. Κ. 1015.

French (Bailly abrégé)

ης, ες :
c. πανώλεθρος.
Étymologie: πᾶς, ὄλλυμι.

Greek Monotonic

πᾰνώλης: -ες (ὄλλυμι),
I. 1. = πανώλεθρος, σε Αισχύλ.
2. με ηθική σημασία, όπως το πανώλεθρος I. 2, σε Σοφ., Ευρ.
II. Ενεργ., εντελώς καταστρεπτικός, σε Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

πᾰνώλης:
1) совершенно погибший (Βακτρίων δ᾽ ἔρρει π. δῆμος Aesch.);
2) отверженный, проклятый (παῖς ὁ Λαερτίου Soph.);
3) губительнейший (ξυμφοραί Soph.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πανώλης -ες [πᾶς, ὄλλυμι] rampzalig. volledig verwoest; ἦ τἂν πανώλεις... ὀλοίατο dan zouden zij zeker volledig ten onder gaan Aeschl. Sept. 552; in morele zin verdorven, slecht. π. πατήρ verdorven vader (van Agamemnon) Soph. El. 544.

Middle Liddell

πᾰν-ώλης, ες ὄλλυμι
I. = πανώλεθρος, Aesch.
2. in moral sense, like πανώλεθρος I. 2, Soph., Eur.
II. act. all-destructive, Soph.

English (Woodhouse)

πανώλης = abominable, base, harmful, ruinous, causing ruin, destroyed utterly, utterly ruined

⇢ Look up "πανώλης" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)