Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πευκεδανός

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: πευκεδᾰνός Medium diacritics: πευκεδανός Low diacritics: πευκεδανός Capitals: ΠΕΥΚΕΔΑΝΟΣ
Transliteration A: peukedanós Transliteration B: peukedanos Transliteration C: pefkedanos Beta Code: peukedano/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A = πευκήεις 11, πτολέμοιο μέγα στόμα πευκεδανοῖο Il. 10.8; βέλεμνα, ἀσπίς, Orph.L.500, 609; θάλασσα Opp.H.2.33.

German (Pape)

[Seite 607] πτόλεμος, Il. 10, 8, entweder der bittere, herbe Krieg, od. mit Buttm. Lexil. I, 17 der spitze, eindringende, verwundende, verderbliche Krieg, vgl. πεύκη. Opp. Hal. 2, 33 sagt aber πευκεδανὸς θάλασσα.

Greek (Liddell-Scott)

πευκεδᾰνός: -ή, -όν, ἐπίθ. τοῦ πολέμου, ὡς τὸ πευκήεις, πικρός, ― πτολέμοιο μέγα στόμα πευκεδανεῖο Ἰλ. Κ. 8· π. θάλασσα Ὀππ. Ἁλ. 2. 33.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
amer comme la résine ; fig. amer, pénible, funeste.
Étymologie: πεύκη.

English (Autenrieth)

destructive, Il. 10.8†.

Greek Monolingual

-ή, -όν, Α
πικρός, ολέθριος, καταστρεπτικός (α. «πτολέμοιο μέγα στόμα πευκεδανοϊο», Ομ. Ιλ.
β. «πευκεδανὴν θάλασσαν», Οππ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Το επίθ. παράγεται από το ουσ. πεύκη, αλλά ο ακριβής τρόπος σχηματισμού είναι αβέβαιος. Έχει διατυπωθεί, ωστόσο η άποψη ότι προέρχεται από ένα αμάρτυρο ουδ. πεῦκος (βλ. λ. πεύκη) με επίθημα -(ε)δανός (< ουσ. σε -εδών, πρβλ. ληθ-εδανός: ληθ-εδών, τυφ-εδανός: τυφ-εδών). Για ανάλογο σχηματισμό, πρβλ. ῥιγεδανός< ῥῖγος (πιθ. μέσω αμάρτυρου τ. ῥιγεδών)].

Greek Monotonic

πευκεδᾰνός: -ή, -όν, επίθ. του πολέμου, = πευκήεις II, σε Ομήρ. Ιλ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πευκεδανός -ή -όν [~ πεύκη] scherp, bitter; overdr.. πτολέμοιο μέγα στόμα πευκεδάνοιο de grote muil van de bittere oorlog Il. 10.8.

Russian (Dvoretsky)

πευκεδᾰνός: досл. колючий, острый (как хвоя), перен. губительный (πτόλεμος Hom.).

Middle Liddell

πευκεδᾰνός, ή, όν
epith. of war, = πευκήεις II, Il.