Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πραΰς

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: πρᾱΰς Medium diacritics: πραΰς Low diacritics: πραΰς Capitals: ΠΡΑΫΣ
Transliteration A: praǘs Transliteration B: praus Transliteration C: prays Beta Code: prau/+s

English (LSJ)

   A v. πρᾶος.

German (Pape)

[Seite 696] ion. πρηΰς, πραεῖα, πραΰ, auch πρᾶος, neutr. πρᾶον, im sing. des masc. u. neutr. bei den Attikern die gew. Form; das fem. aber lautet immer πραεῖα, u. der plur. wird gew. von πραΰς genommen, doch z. B. πράους Plat. Rep. II, 375 c, – sanft, mild; σέλας, H. h. 7, 10; τινί, freundlich, πραϋς ἀστοῖς, Pind. P. 3, 71; πραϋν ὄαρον, 4, 136; auch φάρμακον, lindernd, Ol. 13, 85; Apollo heißt so, Hymn. (IX, 525, 17); von Thieren, zahm, πλήρη ἰχθύων μεγάλων καὶ πραέων, Xen. An. 1, 4, 9; πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, Oec. 15, 4, er vrbdt auch πράως λέγειν τὸ πάθος, gelinde davon sprechen, es gering anschlagen, An. 1, 5, 14, vgl. Krüger; πρᾶος τὸ ἦθος, Plat. Phaedr. 243 c; τινί, Rep. I, 354 a, wie πᾶσιν ἵλεώς τε καὶ πρᾶος εἶναι προσποιεῖται, VIII, 566 e; τόδε ἕτερον δημοτικόν τε καὶ πρᾶον ἐν τοῖς λόγοις, Euthyd. 803, d; Ggstz von βίαιος, Legg. I, 645 a, neben εὐμενές, Legg. VII, 792 e; ἐν πραέσι λόγοις, Legg. X, 888 a; Ggstz χαλεπούς – πράους, Rep. II, 375 c, πρᾶος περὶ τοῦτον ἦν, Dem. 47, 81; u. Folgde; μετρίους καὶ πραεῖς καὶ φιλανθρώπους vrbdt Pol. 18, 20, 7; καὶ ἄκακος τῇ φύσει, 3, 98, 5, u. öfter, wie Plut. u. a. Sp. – Adv. πράως, wie πείθωμεν αὐτὸν πράως, Plat. Rep. IX, 589 c, ὡς ῥᾳδίως αὐτὴν καὶ πράως φέρεις, sanft, ohne Zorn u. Groll ertragen, Crit. 43 b (wie Xen. Cyr. 2, 2, 8 u. Sp., Pol. 4, 8, 2); πράως ἔγειν πρός τι, gleichgültig sein gegen Etwas, Lys. 211 e. πράως ἐᾶν, Xen. Cyr. 2, 2, 22. ἐξέτασον πράως καὶ μὴ πικρῶς, Dem. 18, 265; Folgde, πράως καὶ φιλανθρώπως τῷ πλήθει χρώμενος, Pol. 1, 72, 3, mild u. freundlich umgehend, vgl. 15, 17, 4. 21, 13, 7. Es findet sich auch πραέως, s. Lob. Phryn. 403. – Compar. πραότερος, Plat. Tim. 85 a u. öfter, u. superl., πραότατον ἄνδρα Phaed. 116 c, ὁπότε χαλεπώτατον ἢ πραότατον γίγνεται Rep. VI, 493 b; u. im adv., πραότερον ἐπιμεληθῆναι Isocr. 4, 107, u. A. – Bei Pol. 32, 10, 4 auch πραΰτερος τοῦ καθήκοντος; u. so auch bei Her. 2, 181 in ion. Form πρηΰτερος, u. Sp., aber nicht πράων, s. Lob. Phryn. 403. – Arist. H. A. 1, 1 hat auch πρᾶα neben πραέα. – Ueber die Schreibart πρᾷος s. oben πρᾶος.

Greek (Liddell-Scott)

πρᾱΰς: ἴδε ἐν λ. πρᾶος.

French (Bailly abrégé)

πραεῖα, πραΰ ; gén. πραέος, είας, έος, etc. ; pl. πραεῖς, πραεῖαι, πραέα, gén. πραέων, dat. πραέσι, acc. πραεῖς, πραείας, πραέα;
doux :
en parl. de pers. doux, bon, facile;
en parl. d’animaux doux ; abs. apprivoisé;
en parl. de choses doux, indulgent, bénin.
Étymologie: p. *πραjύς, cf. skr. prijas, cf. πρᾷος.

English (Strong)

apparently a primary word; mild, i.e. (by implication) humble: meek. See also πρᾷος.

Greek Monolingual

-εῑα, -ύ, Α
(δωρ. τ.) βλ. πράος.

Greek Monotonic

πρᾱΰς: βλ. πρᾶος.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πραΰς -εῖα -ύ zie πρᾶος.

Russian (Dvoretsky)

πρᾱΰς: πραεῖα, πραΰ NT = πρᾷος.

Chinese

原文音譯:praäj 普拉語士
詞類次數:形容詞(3)
原文字根:柔和 相當於: (עָנָו‎ / עָנָיו‎)
字義溯源:溫柔的*,溫和的,謙卑的,溫
同源字:1) (πρᾶος)溫和的 2) (πραότης / πραϋπαθία)溫和 3) (πραϋπαθία)溫和的性情 4) (πραΰς)溫柔的 5) (πραΰτης)溫柔
出現次數:總共(4);太(3);彼前(1)
譯字彙編
1) 溫柔(1) 彼前3:4;
2) 是溫柔的(1) 太21:5;
3) 溫(1) 太11:29;
4) 溫柔的人(1) 太5:5