Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προῖκα

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Full diacritics: προῖκα Medium diacritics: προῖκα Low diacritics: προίκα Capitals: ΠΡΟΙΚΑ
Transliteration A: proîka Transliteration B: proika Transliteration C: proika Beta Code: proi=ka

English (LSJ)

   A v. προίξ 11.

German (Pape)

[Seite 725] adv., s. προΐξ.

Greek (Liddell-Scott)

προῖκα: ἴδε προὶξ ΙΙ.

French (Bailly abrégé)

v. προίξ.

Greek Monolingual

η / προίξ, -ικός, ΝΜΑ, ιων. τ. πρόϊξ Α
η κινητή ή ακίνητη περιουσία που δινόταν κατά τον γάμο από την οικογένεια της νύφης στον γαμπρό, θεσμός που σήμερα έχει καταργηθεί από τον νόμο
αρχ.
1. δώρο, χάρισμα
2. (η αιτ. ως επίρρ.) προῑκα
α) δωρεάν, ως χάρισμαἀρετὴ τὸ προῑκα τοῑς φίλοις ὑπηρετεῑν», Αντιφάν.)
β) τίμια και ειλικρινά («προῑκα τὰ πράγματα κρίνω καὶ λογίζομαι», Δημοσθ.)
γ) από μόνος μου, χωρίς δάσκαλο («παῑς... κακὸν μὲν δρᾱν τι προῑκ' ἐπίσταται», Σοφ.)
δ) επί πλέον, επιπροσθέτως.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. προίξ, -κός, σύνθ. με την πρόθεση πρό (πρβλ. πρόσ-φυξ, ἄντυξ), ανάγεται στη μηδενισμένη βαθμίδα sik- της IE sēik- «φθάνω, πιάνω με το χέρι» (βλ. λ. ἵκω) και συνδέεται με το λιθουαν. siekiu, siekti «απλώνω το χέρι, περιμένω με ανοιχτή την παλάμη». Από την ίδια ρίζα έχει σχηματιστεί με ενεστ. επίθημα -ye-/ -yo- το ρ. προΐσσομαι (< προΐκ-jομαι), από όπου το δηλωτικό του δράστη ενεργείας προΐκτης. Ως αρχική σημ. του τ. θα πρέπει να θεωρηθεί η πράξη του απλώματος του χεριού για να δώσει και επίσης η αντίστροφη κίνηση αυτού που ζητάει, που απλώνει το χέρι για να πάρει, από όπου και οι σημ. τών προΐσσομαι «ζητώ ελεημοσύνη, ζητιανεύω» και προΐκτης «επέτης, ζητιάνος» (πρβλ. και το ερμήνευμα του Ησύχ. «προικός
πτωχός»)].

Greek Monotonic

προῖκα: βλ. προίξ II.

Russian (Dvoretsky)

προῖκα: adv.
1) даром, бесплатно (ἐργάζεσθαι Plat.);
2) безвозмездно, бескорыстно (τῇ πόλει ἀμύνειν Arph.; πρεσβεύειν Dem.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

προῖκα acc. van προίξ.