Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

στέγαστρο

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241

Greek Monolingual

το / στέγαστρον, ΝΑ, και στέγεστρον και σέγεστρον Α
στεγασμένος χώρος, υπόστεγο
νεοελλ.
1. στέγη, σκεπή, κάλυμμα
2. ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο υπόστεγο από μέταλλο, πλαστικό ή άλλο υλικό τουλάχιστον στη μία μεγάλη κατακόρυφη πλευρά, το οποίο τοποθετείται στις στάσεις τών μέσων μαζικής μεταφοράς και χρησιμεύει για την προφύλαξη τών επιβατών από τη βροχή και τον ήλιο
3. γεωλ. α) στρώμα ανθεκτικού στη διάβρωση πετρώματος το οποίο υπέρκειται ενός άλλου λιγότερο ανθεκτικού πετρώματος
β) γεωλογικός όρος που αναφέρεται σε ένα τμήμα τών δόμων άλατος
4. στρ. όχημα καλυμμένο με αδιάβροχο ύφασμα
αρχ.
1. σκέπασμα, περιτύλιγμα, ιδίως από δέρμαστέγαστρον ἐλάμβανε εἰς τὴν ὁδόν», Πλούτ.)
2. σκεπαστή άμαξα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < στεγάζω + επίθημα -τρον (πρβλ. σκέπασ-τρον). Η Λατινική έχει δανειστεί τους τ. segestre, -rum (πρβλ. στέγεστρον / σέγεστρον), tegestrum (βλ. και λ. στέγω)].