Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

στοίχημα

Ὁ δὲ μὴ δυνάμενος κοινωνεῖν ἢ μηδὲν δεόμενος δι' αὐτάρκειαν οὐθὲν μέρος πόλεως, ὥστε ἢ θηρίονθεός -> Whoever is incapable of associating, or has no need to because of self-sufficiency, is no part of a state; so he is either a beast or a god
Aristotle, Politics
Full diacritics: στοίχημα Medium diacritics: στοίχημα Low diacritics: στοίχημα Capitals: ΣΤΟΙΧΗΜΑ
Transliteration A: stoíchēma Transliteration B: stoichēma Transliteration C: stoichima Beta Code: stoi/xhma

English (LSJ)

ατος, τό,

   A deposit, Eust.1312.21.

German (Pape)

[Seite 946] τό, Vertrag, Preis, Belohnung, erst sehr Sp.

Greek (Liddell-Scott)

στοίχημα: τό, συμφωνία, ὑπόσχεσις, Βυζ.· - παρακαταθήκη, Εὐστ. 1312. 21.

Greek Monolingual

το, ΝΜ στοιχῶ
συμφωνία μεταξύ δύο προσώπων με διαφορετική ή και αντίθετη γνώμη για κάτι, βάσει της οποίας εκείνος του οποίου η γνώμη ή η πρόγνωση αποδεικνύεται σωστή παίρνει από τον άλλο μια αμοιβή, συνήθως ορισμένο χρηματικό ποσό
νεοελλ.
1. συνεκδ. χρηματικό ποσό ή αντικείμενο το οποίο ορίζεται ως αμοιβή της παραπάνω συμφωνίας («τί στοίχημα βάζεις;»)
2. χρηματικό ποσό που ποντάρει κανείς στον ιππόδρομο ή σε άλλο αγώνισμα ή παιχνίδι
3. (νομ.) σύμβαση αντιπαράθεσης ισχυρισμών με τον όρο χρηματικής καταβολής ή άλλης ποινής, στην περίπτωση που οποιοσδήποτε από τους ισχυρισμούς αυτούς αποδειχθεί αναληθής ή ανεφάρμοστος
μσν.
συμφωνία.