Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τειχίον

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: τειχίον Medium diacritics: τειχίον Low diacritics: τειχίον Capitals: ΤΕΙΧΙΟΝ
Transliteration A: teichíon Transliteration B: teichion Transliteration C: teichion Beta Code: teixi/on

English (LSJ)

τό,

   A wall, μέγα τ. αὐλῆς Od.16.165,343: used of walls of buildings, not, like τεῖχος, of citywalls, v. IG12.373.258, Ar.Ec.497, V.1109, Th.6.66, 7.81, Aen.Tact. 2.2, PHal.1.88,91 (iii B.C.), etc.; of a wall as the fence of a field, X.Eq.3.7, Eq.Mag.6.5.

German (Pape)

[Seite 1081] τό, der Form nach dim. von τεῖχος, Mauer, des Hofes, eines Hauses, Wand, nicht von der Stadtmauer, nach den VLL. ἐπὶ οἰκίας; μέγα τειχίον αὐλῆς, Od. 16, 165. 343, was 341 ἕρκεα heißt, u. so, für Umhägung, Thuc. 6, 66. 7, 81, Gemäuer des Hauses, Ar. Eccl. 497 Vesp. 1109, Arist. H. A. 5, 17; vgl. noch Plat. Rep. VII, 514, d, τειχίον ὥςπερ τοῖς θαυματοποιοῖς πρὸ τῶν ἀνθρώπων πρόκειται τὰ παραφράγματα. – Eigentliches dim. scheint es bei Pallad. 139 (IX, 328) zu sein. – Die Betonung τείχιον ist falsch.

Greek (Liddell-Scott)

τειχίον: τὸ περιτείχισμα, μέγα τειχίον αὐλῆς Ὀδ. Π. 165. 343 (ὡς τὸ ἕρκεα, αὐτόθι 341)· ― ἡ ὑποκοριστ. αὐτοῦ σημασία κεῖται ἐν τούτῳ ὅτι λέγεται συνήθως ἐπὶ τῶν ἰδιωτικῶν οἰκοδομημάτων καὶ οὐχὶ ὡς τὸ τεῖχος, ἐπὶ τῶν τῆς πόλεως τειχῶν, ἴδε Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 497 (ἂν καὶ παρὰ τῷ αὐτῷ ἐν Σφ. 1109 φαίνεται ὅτι λέγεται ἐπὶ τῶν τῆς πόλεως τειχῶν), Θουκ. 6. 66., 7. 81, κλπ., πρβλ. Θωμ. Μάγιστρ. σ. 837, Meineke εἰς Κωμικ. Ἀποσπ. 2. 511.

French (Bailly abrégé)

ου (τό) :
mur de maison, de cour.
Étymologie: dim. de τεῖχος.

English (Autenrieth)

(dimin. from τεῖχος): wall belonging to a building, not a city or town, Od. 16.165 and 343.

Greek Monotonic

τειχίον: τό (τεῖχος), περιτείχισμα, σε Ομήρ. Οδ.· η υποκορ. του σημασία λέγεται συνήθως για τα ιδιωτικά οικοδομήματα και όχι —όπως το τεῖχος, για τα τείχη της πόλης.

Russian (Dvoretsky)

τειχίον: τό (небольшая) стена, ограда Hom. etc.

Middle Liddell

τειχίον, ου, τό, τεῖχος
a wall, Od.:—any dimin. sense it has consists in its being commonly limited to private buildings, as opp. to city-walls.