Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τυκτός

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: τυκτός Medium diacritics: τυκτός Low diacritics: τυκτός Capitals: ΤΥΚΤΟΣ
Transliteration A: tyktós Transliteration B: tyktos Transliteration C: tyktos Beta Code: tukto/s

English (LSJ)

ή, όν, (τεύχω)

   A finished, wrought out, i. e. complete, τυκτὸν κακόν, of Ares, Il.5.831; κρήνη τυκτή a fountain made by man's hand, Od.17.206: then, well-made, well-wrought, τυκτῇσι βόεσσι Il. 12.105; of a bowling-green, ἐν τ. δαπέδῳ Od.4.627, 17.169; τυκτὴ μάρμαρος, of a tombstone, Theoc.22.210.

Greek (Liddell-Scott)

τυκτός: -ή, -όν, ῥημ. ἐπίθ. τοῦ τεύχω, ὡς τὸ τευκτός· ὅθεν ὁ Ἄρης καλεῖται τυκτὸν κακόν, πλασθεὶς κακός, ἐκ φύσεως ὀλέθριος, Ἰλ. Ε. 831· τ. κρήνη, κατασκευασθεῖσα ὑπὸ χειρῶν ἀνθρώπου, τεχνητή, οὐχὶ φυσική, Ὀδ. Ρ. 206· ἀκολούθως, ὡς τὸ εὔτυκτος, καλῶς κατεσκευασμένος, καλῶς εἰργασμένος, τυκτῇσι βόεσσι, «ταῖς εἰργασμέναις βύρσαις, ... ταῖς ἀσπίσι» (Σχόλ.), Ἰλ. Μ. 105· ἐπὶ ἐδάφους κατεσκευασμένου ἐπίτηδες πρὸς παιδιάς, ἐν τυκτῷ δαπέδῳ, «κατεσκευασμένῳ καὶ λελειωμένῳ ἐδάφει» (Σχόλ.), Ὀδ. Δ. 627, Ρ. 169· τυκτὰ μάρμαρος, ἐπὶ λίθου ἐπιταφίου, Θεόκρ. 22. 210· πρβλ. τεύχω Ι. 2, ποιητός.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
1 fait de main d’homme : τυκτὸν κακόν IL mal que les hommes se font à eux-mêmes;
2 particul. fait avec art, travaillé avec art ; fait solidement, ferme, solide.
Étymologie: adj. verb. de τεύχω.

English (Autenrieth)

(τεύχω): well made, well wrought; τυκτὸν κακόν, ‘a born plague,’ Il. 5.831.

Greek Monolingual

-ή, -όν, Α
1. κατασκευασμένος, τεχνητός
2. (γενικά) αυτός που έχει κατασκευαστεί, που έχει υποστεί κατεργασία με τέχνη («τυκτὰν μάρμαρον», Θεόκρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. έχει σχηματιστεί από τη μηδενισμένη βαθμίδα της ρίζας του ρ. τεύχω (βλ. λ. τεύχω) με την κατάλ. -τός τῶν ρηματ. επιθ.].

Greek Monotonic

τυκτός: -ή, -όν, ρημ. επίθ. του τεύχω, τυκτὸν κακόν, πλασμένος να είναι κακός, εκ φύσεως ολέθριος, σε Ομήρ. Ιλ.· τυκτὴ κρήνη, βρύση κατασκευασμένη από τα χέρια ανθρώπου, τεχνητή όχι φυσική, σε Ομήρ. Οδ.· ακολούθως, όπως το εὔτυκτος, καλά κατασκευασμένος, καλά κατειργασμένος, σε Όμηρ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

τυκτός -ή -όν [τεύχω] bewerkt, geconstrueerd:. ἐν τυκτῷ δαπέδῳ op de geplaveide bodem Od. 4.627; μάρμαρος τυκτή fraai bewerkte steen Theocr. Id. 22.210.

Russian (Dvoretsky)

τυκτός: [adj. verb. к τεύχω
1) созданный (человеческими руками), рукотворный (κακόν Hom.);
2) искусственный (κρήνη Hom.);
3) искусно сделанный (δάπεδον Hom.);
4) искусно обработанный (μάρμαρος Theocr.).

Middle Liddell

τυκτός, ή, όν verb. adj. of τεύχω
τυκτὸν κακόν created to be an evil, a born plague, Il.; τυκτὴ κρήνη a fountain made by man's hand, Od.: then, like εὔτυκτος, well-made, well-wrought, Hom.