Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πρόγραμμα

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: πρόγραμμα Medium diacritics: πρόγραμμα Low diacritics: πρόγραμμα Capitals: ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ
Transliteration A: prógramma Transliteration B: programma Transliteration C: programma Beta Code: pro/gramma

English (LSJ)

ατος, τό,

   A public proclamation or notice, edict, PRev. Laws9.7(iii B.C.), Plu.Galb.5, Hdn.4.9.4, D.C.65.1, etc.; placard, notice, Luc.Herm.11, POxy.2108.6 (iii A.D.), PMasp.353.4 (vi A.D.).    2 order of the day, agenda of βουλή or ἐκκλησία, D.25.9, Arist.Ath.44.2.    3 title of a prescription, Gal.13.909; address of a letter, Procop.Gaz.Ep.25.    4 injunction, advice, Gal.17(2).141.

German (Pape)

[Seite 714] τό, öffentlich und schriftlich bekannt gemachte Nachricht, Anschlag, Befehl, Dem. 25, 9 u. Folgde, wie Luc.; vgl. Lob. Phryn. 249.

Greek (Liddell-Scott)

πρόγραμμα: τό, δημοσία προκήρυξις ἢ γραπτὴ διάταξις, δημοσία γνωστοποίησις ἔγγραφος, πρόγραμμα, Δημ. 772. 15, Πλουτ. Γάλβ. 5, Λουκ. Ἑρμότ. 11, κτλ.˙ ἴδε Λοβέκ. εἰς Φρύνιχ. 249.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
1 placard, affiche;
2 inscription.
Étymologie: προγράφω.

Greek Monolingual

το, ΝΜΑ προγράφω
νεοελλ.
1. λεπτομερής καταγραφή ενεργειών και πράξεων οι οποίες πρόκειται να γίνουν σε καθορισμένο χρόνο (α. «πρόγραμμα αγώνων» β. «πρόγραμμα θεατρικής παράστασης [ή κινηματογραφικής προβολής]» — έντυπο που περιλαμβάνει γενικές πληροφορίες για την υπόθεση και τους ηθοποιούς που συμμετέχουν)
2. το σύνολο τών λεπτομερειών μιας γενικής ενέργειας οι οποίες έχουν ενιαίο σκοπό, το σχέδιο («το πρόγραμμα της αναδιοργάνωσης του εκπαιδευτικού συστήματος»)
3. προκαθορισμένος και απαρέγκλιτος τρόπος ενέργειας, συμπεριφοράς ή αντιμετωπίσεως τών διαφόρων υποθέσεων, μέθοδος, σύστημα («έχει ως πρόγραμμά του να προσβάλλει τους συναδέλφους του»)
4. (μηχανολ.) η αυτόματη εκτέλεση μιας πλήρους σειράς εργασιών από μια εργαλειομηχανή χωρίς την ενδιάμεση μεσολάβηση του χειριστή της
5. φρ. α) «πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή» — κατάρτιση λεπτομερειακού σχεδίου με συγκεκριμένες εντολές που δίνονται στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και καταλήγουν στη ζητούμενη λύση
β) «πρόγραμμα μαθημάτων» ή «ωρολόγιο πρόγραμμα» — η διάταξη τών ωρών τών σχολικών μαθημάτων
γ) «πρόγραμμα δράσης»
(οικον.) ο καθορισμός τών ενεργειών και τών στόχων μιας οικονομικής μονάδας για ένα τακτό μελλοντικό χρονικό διάστημα βάσει, αφ' ενός, υπολογιστικών δεδομένων και, αφ' ετέρου, προβλέψεων για τις μελλοντικές εξελίξεις
δ) «πρόγραμμα επενδύσεων»
(οικον.) το πρόγραμμα δαπανών της επιχείρησης για κεφαλαιουχικά αγαθά και οι προβλέψεις δημιουργίας τών σχετικών κεφαλαίων
ε) «πρόγραμμα ταμειακής κίνησης»
(οικον.) το πρόγραμμα που αναφέρεται στις πιθανές εισπράξεις και πληρωμές της επιχείρησης, καθώς και στο ύψος του ταμειακού αποθέματος για την αντιμετώπιση τών προβλεπόμενων και απρόβλεπτων αναγκών
στ) «πολιτικό πρόγραμμα» — το σύνολο τών στόχων, τών αρχών και της τακτικής που έχει προκαθορίσει για τη δράση του ένα πολιτικό κόμμα
αρχ.
1. δημόσια προκήρυξη ή ειδοποίηση
2. αγγελία με τοιχοκόλληση
3. ημερήσια διάταξη της βουλής ή της εκκλησίας του δήμου
4. διεύθυνση επιστολής
5. τίτλος συνταγής
6. συμβουλή, παραίνεση
7. πιθ. παράδειγμα.

Greek Monotonic

πρόγραμμα: -ατος, τό, δημόσια προκήρυξη ή γραπτή διάταξη, πρόγραμμα, σε Δημ.

Russian (Dvoretsky)

πρόγραμμα: ατος τό (письменное) публичное объявление, распоряжение, указ Dem., Luc., Plut.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πρόγραμμα -ατος, τό [προγράφω] edict; Plut. Galb. 5.1; kennisgeving. Luc.

Middle Liddell

πρόγραμμα, ατος, τό,
a public proclamation or notice, programm, Dem. [see προγρᾰφή]