Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!


Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: χλαίνωμα Medium diacritics: χλαίνωμα Low diacritics: χλαίνωμα Capitals: ΧΛΑΙΝΩΜΑ
Transliteration A: chlaínōma Transliteration B: chlainōma Transliteration C: chlainoma Beta Code: xlai/nwma

English (LSJ)

ατος, τό,

   A clothing, χ. λέοντος the lion's skin cloak, APl.4.104 (Phil.).

German (Pape)

[Seite 1358] τό, Bekleidung, Bedeckung; λέοντος, die Löwenhaut, Philp. Thess. 52 (Plan. 184).

Greek (Liddell-Scott)

χλαίνωμα: τό, ἔνδυμα, περίβλημα, χλαίνωμα λέοντος, χλαῖνα ἐκ δέρματος λέοντος, Ἀνθ. Πλαν. 104.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
Étymologie: χλαινόω.

Greek Monolingual

-ώματος, τὸ, Α χλαινῶ
ένδυμα, περίβλημα.

Greek Monotonic

χλαίνωμα: -ατος, τό, ντύσιμο, χλαίνωμα λέοντος, χλαίνη, κάπα από το δέρμα λιονταριού, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

χλαίνωμα: ατος τό одежда: χ. λέοντος Anth. львиная шкура.

Middle Liddell

χλαίνωμα, ατος, τό,
clothing, χλ. λέοντος a lion's skin cloak, Anth.