Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ψυχοπομπός

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ψῡχοπομπός Medium diacritics: ψυχοπομπός Low diacritics: ψυχοπομπός Capitals: ΨΥΧΟΠΟΜΠΟΣ
Transliteration A: psychopompós Transliteration B: psychopompos Transliteration C: psychopompos Beta Code: yuxopompo/s

English (LSJ)

ὁ,

   A conductor or guide of souls, of Charon, E.Alc.361; of Hermes, D.S.1.96, Plu.2.758b.    II as Adj., ψ. δυνάμεις Porph.Antr.8.

German (Pape)

[Seite 1404] die Seelen der Abgeschiedenen führend, sendend, bes. sie in die Unterwelt hinab und aus derselben herauf führend, dah. gew. Beiwort des Hermes, Führer, Geleiter der Seelen, D. Sic. 1, 96, Plut.; auch des Charon, der sie überfährt, Eur. Alc. 362. – Bei Synes. Geisterbeschwörer.

Greek (Liddell-Scott)

ψῡχοπομπός: -όν, ὁ συνοδεύων ἢ ὁδηγῶν τὰς ψυχάς, ὁ Χάρων, καί μ’ οὔθ’ ὁ Πλούτωνος κύων οὔθ’ οὑπὶ κώπῃ ψυχοπομπὸς ἂν Χάρων ἔσχον Εὐρ. Ἄλκ. 362· ὁ Ἀπόλλων, Πλούτ. 2. 758Β· ὁ Ἑρμῆς, Διόδ. 1. 96. Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 203.

French (Bailly abrégé)

οῦ (ὁ) :
conducteur des âmes des morts :
1 celui qui conduit les âmes des morts aux Enfers (Hermès Psychopompe);
2 celui qui ramène des Enfers les âmes des morts.
Étymologie: ψυχή, πέμπω.

Greek Monolingual

ο / ψυχοπομπός, -όν, ΝΜΑ
(ως προσωνυμία του Ερμού και του Χάρωνος) αυτός που συνοδεύει τις ψυχές τών νεκρών στον Άδη
αρχ.
εξορκιστής κακών πνευμάτων («ψυχοπομποὶ γόητες», Συνέσ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ψυχή + πομπός (< πέμπω), πρβλ. νηο-πομπός.

Greek Monotonic

ψῡχοπομπός: -όν, αυτός που συνοδεύει ή οδηγεί τις ψυχές στον Άδη, λέγεται για τον Χάροντα, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

ψῡχοπομπός: ведущий души (усопших в царство мертвых) (Ἑρμῆς Diod.; Χάρων Eur.; Ἀπόλλων Plut.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

ψυχοπομπός -οῦ, ὁ [ψυχή, πέμπω] begeleider van zielen (van gestorvenen; epith. van Charon of Hermes).

Middle Liddell

ψῡχο-πομπός, όν
conductor of souls, of Charon, Eur.