Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀνασκάπτω

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: ἀνασκάπτω Medium diacritics: ἀνασκάπτω Low diacritics: ανασκάπτω Capitals: ΑΝΑΣΚΑΠΤΩ
Transliteration A: anaskáptō Transliteration B: anaskaptō Transliteration C: anaskapto Beta Code: a)naska/ptw

English (LSJ)

   A dig up, πλοῦτον Str.9.3.8; τύπον Plu. Thes.36; ὅλην πόλιν Pomp.62:—Pass., Arist.Mir.835b22, Plu.2.924c.    2 extirpate, of plants, Thphr.HP3.18.5 (prob. l.); raze to the ground, of buildings, Plb.16.1.6, IG12(2).526a4 (Eresus).    3 metaph. of ulcers with 'undermined edges', βεβρωμένα καὶ ἀνεσκαμμένα Archig. ap.Aët. 16.106(96).

German (Pape)

[Seite 207] ausgraben, τόπον, πόλιν, Gräben an einem Orte aufwerfen, Plut. Thes. 36 Pomp. 62; ἀνασκαφέν Dion. Hal. 2, 40; von Grund aus zerstören, Pol. 16, 1.

Greek (Liddell-Scott)

ἀνασκάπτω: ἀνορύττω, σκάπτω, Ἀριστ. π. Θαυμ. 73, ἐν τῷ παθ. 2) ἐκριζῶ, «ξεριζώνω», ἐπὶ φυτῶν, Θεοφρ. Ἱστ. Φ. 3. 18, 5: ἀνατρέπω ἐκ θεμελίων, κατεδαφίζω, ἐπὶ οἰκοδομῶν, Πολύβ. 16. 1, 6. 3) σκάπτω τὴν γῆν, Πλουτ. Θησ. 36, πρβλ. Πομπ. 62.

French (Bailly abrégé)

f. ἀνασκάψω, ao. ἀνέσκαψα ; part. ao.2 Pass. ἀνασκαφείς;
1 fouiller le sol;
2 ouvrir des tranchées dans, acc..
Étymologie: ἀνά, σκάπτω.

Spanish (DGE)

I 1arrancar de cuajo plantas, Thphr.HP 3.18.5(cj.), miembros de los mártires, Chrys.M.61.35
fig. arrasar τοὺς ναοὺς ἐκ θεμελίων Plb.16.1.6, cf. IG 12(2).526a.4 (Ereso).
2 desenterrar, exhumar πλοῦτον Str.9.3.8
en v. pas., Arist.Mir.835b22, Plu.2.924c
cavar ὅλην ... τὴν πόλιν Plu.Pomp.62, abs. Plu.Thes.36, D.C.63.16.2.
II part. perf. pas. mal cerrado de llagas βεβρωμένα ... καὶ ἀνεσκαμμένα Archig. en Aët.16.106.

Greek Monolingual

(AM ἀνασκάπτω)
1. σκάβω εκ νέου, σκάβω σε βάθος
2. ξεριζώνω, ξεχώνω
3. (στη γλώσσα της Αρχαιολογίας) σκάβω αναζητώντας ευρήματα
4. κατεδαφίζω, καταστρέφω ολοκληρωτικά.

Greek Monotonic

ἀνασκάπτω: μέλ. -ψω, σκάβω, οργώνω το έδαφος, σε Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

ἀνασκάπτω:
1) раскапывать, разрывать (τόπον Plut.);
2) прорывать рвами (πόλιν Plut.);
3) срывать, разрушать до основания (τοὺς ναοὺς ἐκ θεμελίων Polyb.).

Middle Liddell

to dig up, to dig up ground, Plut.