Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀριστοκρατία

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ἀριστοκρᾰτία Medium diacritics: ἀριστοκρατία Low diacritics: αριστοκρατία Capitals: ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΑ
Transliteration A: aristokratía Transliteration B: aristokratia Transliteration C: aristokratia Beta Code: a)ristokrati/a

English (LSJ)

ἡ,

   A rule of the best-born, aristocracy, ἀ. σώφρων Th.3.82, cf. Henioch.5.17, Isyll.1, etc.; rule of the rich, Pl.Plt.301a.    II ideal constitution, rule of the best, Arist. Pol.1293b1 sqq., EN1160a33, Pl.Mx.238c, 238d, Plb.6.4.3.

German (Pape)

[Seite 352] ἡ, Plat. u. sonst, bessere Form für ἀριστοκράτεια.

Greek (Liddell-Scott)

ἀριστοκρᾰτία: ἡ, τὸ πολίτευμα καθ’ ὅ κυβερνῶσιν οἱ ἄριστοι τὴν καταγωγήν, ἀριστοκρατία, ἀρ, σώφρων Θουκ. 3. 82, Πλάτ. Πολιτ. 30ΙΑ, κτλ., ἀλλά, ΙΙ. ἐν Ἀριστ. Πολιτικ., ἰδανικὸν πολίτευμα καθ’ ὅ οἱ ἄρχοντες ἐκλέγονται ἐκ τῶν πράγματι ἀρίστων (ὁπότε οἱ κυβερνῶντες ἐκλέγονται ἀριστίνδην, κατ’ ἀξίαν), παραφθορὰ δὲ τοῦ τοιούτου πολιτεύματος εἶναιὀλιγαρχία, περιγραφομένη ἐν 4. 7, κἑξ. πρβλ. Ἠθ. Ν. 8. 10, 3, Πλάτ. Μενέξ. 238D, Πολύβ. 6. 4, 3.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
gouvernement des plus puissants, aristocratie.
Étymologie: ἄριστος, κράτος.

Spanish (DGE)

(ἀριστοκρᾰτία) -ας, ἡ

• Prosodia: [ᾰ-]
aristocracia, régimen aristocrático gener., Th.3.82, 8.64, X.HG 5.2.7, I.BI 1.170, 2.205, Plu.2.789e, representada como una mujer, en op. a Δημοκρατία Henioch.5.17
esp. en la teoría política, op. otros regímenes, Hippod.102.11, Pl.Plt.301a, Arist.Rh.1365b33, Pol.1293bss., EN 1160a33, Isyll.1, Plb.6.4.3, Sallust.11.1, cf. Isoc.12.131, 153, X.Mem.4.6.12, HG 2.3.47.

Greek Monolingual

η (Α ἀριστοκρατία)
νεοελλ.
1. η τάξη των ευγενών, τα άτομα που αποτελούν το ανώτερο κοινωνικό στρώμα
2. (κατ' επέκταση) οι πλούσιοι
αρχ.
1. το πολίτευμα στο οποίο κυβερνούν οι άριστοι
2. το πολίτευμα στο οποίο κυβερνούν οι πλούσιοι
3. το ιδεώδες πολίτευμα στο οποίο οι κυβερνήτες εκλέγονται από τους αρίστους.
[ΕΤΥΜΟΛ. < άριστος + κράτος
πρβλ. δημοκρατία.

Greek Monotonic

ἀριστοκρᾰτία: ἡ, πολίτευμα όπου κυβερνούν οι άριστοι, οι ευγενείς, αριστοκρατία, σε Θουκ., Πλάτ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

ἀριστοκρᾰτία: ἡ аристократия:
1) господство родовой знати Thuc., Plat., Polyb.;
2) власть лучших (ἀριστοκρατίας ὅρος ἀρετή Arst.).

Middle Liddell

[from ἀριστοκρατέομαι
the rule of the best, an aristocracy, Thuc., Plat., etc.