Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀρτίφρων

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἀρτίφρων Medium diacritics: ἀρτίφρων Low diacritics: αρτίφρων Capitals: ΑΡΤΙΦΡΩΝ
Transliteration A: artíphrōn Transliteration B: artiphrōn Transliteration C: artifron Beta Code: a)rti/frwn

English (LSJ)

[ῐ], ον, gen. ονος, (ἄρτιος, φρήν)

   A sound of mind, sensible, οὔτε μάλ' ἀ. Od.24.261, cf. E.Med.294; ἀρτιμελεῖς καὶ ἀρτίφρονας Pl. R.536b; ἀ. . . πλήν . . quite in one's senses except... E.IA877: c. gen., ἐπεὶ δ' ἀ. ἐγένετο . . γάμων when he came to full consciousness of... A.Th.778 (lyr.).

German (Pape)

[Seite 362] ον, sehr verständig, Od. 24, 261; Eur. I. A. 877 Med. 294; ἀρτίφρων γάμων ἐγίνετο, er kam zu voller Erkenntniß seiner Heirath, Aesch. Spt. 760. Auch in Prosa, Plat. Rep. VII, 536 b.

Greek (Liddell-Scott)

ἀρτίφρων: -ον, γεν. ονος, (ἄρτιος, φρὴν) ὁ τὰς φρένας ἄρτιος, ἔμφρων. οὔτε μάλ’ ἀρτίφρων Ὀδ. Ω. 261. πρβλ. Εὐρ. Μήδ. 295, Πλάτ. Πολ. 536Β· ἀρτίφρων... πλήν..., ἐντελῶς σώας ἔχων τὰς φρένας, πλήν..., Εὐρ. Ι. Α. 877· μετὰ γεν., ἐπεὶ δ’ ἀρτίφρων ἐγένετο μέλεος ἀθλίων γάμων, «ἐπεὶ ἔμφρων ἐγένετο, ἐπεὶ συνῆκεν ὃ ἔπραξε κατὰ τῆς μητρὸς» (Σχόλ.), «ἐπιγνώμων, εἰδήμων» (ἄλλα Σχόλ.) Αἰσχύλ. Θήβ. 778.

French (Bailly abrégé)

ων, ον ; gén. ονος;
1 d’un parfait bon sens, sensé, raisonnable;
2 qui connaît, instruit de, gén..
Étymologie: ἄρτι, φρήν.

English (Autenrieth)

(φρήν): accommodating, Od. 24.261†.

Spanish (DGE)

-ον
equilibrado de mente, cabal οὔ τι μάλ' ἀ. Od.24.261, ἀνήρ E.Med.294, Plu.2.88b, ἀρτιμελεῖς καὶ ἀ. Pl.R.536b, c. dat. τῇ ψυχῇ ἀ. D.C.62.19.2
plenamente en sus cabales ἀ. πλὴν ἐς σὲ καὶ σὴν παῖδα E.IA 877
c. gen. plenamente consciente ἐπεὶ δ' ἀ. ἐγένετο μέλεος ἀθλίων γάμων pero así que plenamente consciente fue el triste de sus desgraciadas bodas A.Th.778.

Greek Monolingual

ἀρτίφρων, -ον (Α)
ο συνετός, ο γνωστικός, ο φρόνιμος.

Greek Monotonic

ἀρτίφρων: -ον, γεν. -ονος (ἄρτιος, φρήν) , ισχυρός στο νου, εχέφρων, λογικός, σε Ομήρ. Οδ., Ευρ.· με γεν., γάμων, αυτός που έχει πλήρη συνείδηση για ένα πράγμα, σε Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

ἀρτίφρων: 2, gen. ονος
1) здравомыслящий, рассудительный, разумный Hom., Eur., Plat., Plut.;
2) ясно осознавший (ἀθλίων γάμων Aesch.).

Middle Liddell

ἄρτιος, φρήν
sound of mind, sensible, Od., Eur.: c. gen., γάμων fully conscious of a thing, Aesch.