Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀσυλλόγιστος

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον → Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀσυλλόγιστος Medium diacritics: ἀσυλλόγιστος Low diacritics: ασυλλόγιστος Capitals: ΑΣΥΛΛΟΓΙΣΤΟΣ
Transliteration A: asyllógistos Transliteration B: asyllogistos Transliteration C: asyllogistos Beta Code: a)sullo/gistos

English (LSJ)

ον, A non-syllogistic, formally or materially invalid, χρῆσις Arist.APo.91b23, cf. Rh.1357b24, Phld. Rh.2.24S.; irrelevant, ἀ. πρὸς τὸ προκείμενον Anon.in SE16.33. 2 unattainable by reasoning, incalculable, Men.355.1, J.AJ4.7.1, al., Plu.2.24b,580d. II Act., not reasoning justly, unreasoning, Arist. SE167b35, cf. Plb.12.3.2; ἀσυλλόγιστόν ἐστιν ἡ πονηρία Men.768: c.gen., not rationalizing, διάθεσις ἀ. τινῶν Chrysipp.Stoic.3.117; ἀ.τοῦ συμφέροντος not calculating it, J.AJ9.12.3; τοῦ χρησίμου Porph.Abst. 1.7. Adv.-τως, λέγειν Arist.APo.77b40; ἀ. ἔχειν τινός Plu. Caes.59.

German (Pape)

[Seite 379] durch Vernunftschlüsse nicht herauszubringen, unlogisch, Luc. conscr. hist. 17; συλλογισμοὶ ἀσ., Trugschlüsse, Sp.; wer etwas nicht berechnen kann, Pol. 12, 3; ἀ συλλογίστως ἔχειν περί τι, etwas nicht berechnen können, Plut. Caes. 59; ἅπτεσθαι τοῦ μέλλοντος Def. orac. 40.

Greek (Liddell-Scott)

ἀσυλλόγιστος: -ον, μὴ ἐξαγόμενος δι’ ὀρθοῦ συλλογισμοῦ, μὴ λογικός, παράλογος, Ἀριστ. Ἀναλυτ. Ὕστ. 2. 5, 2: - Ἐπίρρ. ἀσυλλογίστως αὐτόθι 1. 12, 7. 2) ὁ μὴ ὑπαγόμενος εἰς συλλογισμούς, ἀλόγιστος, ἀνυπολόγιστος, Μένανδ. ἐν «Ξενολόγῳ» 2, Πλούτ. 2. 24Β, 580C. ΙΙ. ὁ μὴ ὀρθῶς συμπεραίνων τι, παραλογιζόμενος, Ἀριστ. Φυσ. 1. 3, 1, Μένανδ. ἐν Μονοστίχ. 50· ἀσυλλόγιστος τοῦ συμφέροντος, μὴ ὑπολογίζων αὐτό, Ἰωσήπ. Ἀρχ. Ἰ. 9. 12, 3: - Ἐπίρρ. ἀσυλλογίστως Ἀριστ. Ἀναλυτ. Ὕστ. 1. 12, 7· ἀσ. ἔχειν τινὸς Πλουτ. Καῖσ. 59.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qu’on ne peut atteindre par le raisonnement.
Étymologie: , συλλογίζομαι.

Spanish (DGE)

-ον
I 1mal razonado, ilógico, διάνοια Hp.Ep.17, χρῆσις Arist.APo.91b23, de silogismos Arist.Rh.1357b24, cf. Phld.Rh.2.24, Chrysipp.Stoic.2.77, Alex.Aphr.in SE 89.32.
2 que no se puede dilucidar mediante razonamiento, oscuro ἀσυλλόγιστον ἡ Τύχη ποιεῖ τὸ συμφέρον Men.Fr.295, ἐν πράγμασιν ... πρὸς ἀνθρωπίνην ἀσυλλογίστοις φρόνησιν Plu.2.580d, cf. 2.24b
fig. que no se puede calcular, incalculable πλῆθος ἀσυλλόγιστον καὶ ἀριθμοῦ κρεῖττον I.AI 4.161, cf. 8.174, 12.40.
3 que razona mal λόγοι Arist.SE 167b35, ἡ πονηρία Men.Fr.482, dicho de un historiador, Plb.12.3.2
fig. que no calcula c. gen., de un rey τοῦ συμφέροντος ἀ. I.AI 9.255, οἱ ἀσυλλόγιστοι τοῦ χρησίμου Porph.Abst.1.7.
II adv. -ως
1 sin lógica, sin razonamiento λέγειν Arist.APo.77b40.
2 sin cálculo ἀ. ἅπτειν τοῦ μέλλοντος Plu.2.432d, cf. Caes.59.

Greek Monolingual

και ασυλλόγιαστος, -η, -ο (AM ἀσυλλόγιστος, -ον) συλλογίζομαι
1. αυτός που δεν είναι λογικός, ο παράλογος
2. ο απερίσκεπτος
νεοελλ.
αμέριμνος, ξένοιαστος
αρχ.
εκείνος που δεν μπορεί να βρεθεί με συλλογισμό.

Greek Monotonic

ἀσυλλόγιστος: -ον (συλλογίζομαι), αυτός που δεν συλλογίζεται ορθά, παράλογος· επίρρ. -τως, ἀσυλλογίστως ἔχειν τινός, είμαι ανίκανος να σκεφτώ, να συλλογιστώ ορθά σχετικά με κάτι, σε Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

ἀσυλλόγιστος:
1) неисчислимый, непостижимый (πρὸς ἀνθρωπίνην φρόνησιν Plut.);
2) неразумный, безрассудный (παιδαριώδης καὶ ἀ. Polyb.);
3) непоследовательный, нелогичный (λόγοι, τρόποι Arst.).

Middle Liddell

συλλογίζομαι
not reasoning justly:— adv., -τως, ἀσυλλογίστως ἔχειν τινός to be unable to reason about a thing, Plut.