Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐπιστρατεία

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἐπιστρᾰτεία Medium diacritics: ἐπιστρατεία Low diacritics: επιστρατεία Capitals: ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΙΑ
Transliteration A: epistrateía Transliteration B: epistrateia Transliteration C: epistrateia Beta Code: e)pistratei/a

English (LSJ)

Ion. ἐπιστρᾰτ-ηΐη, ἡ,

   A march or expedition against, Hdt.9.3; τῶν Πλαταιῶν against Plataea, Th.2.79; σὺν Κύρῳ X.An.2.4.1.

German (Pape)

[Seite 985] ἡ, ion. ἐπιστρατηΐη, Her. 9, 3, der Feldzug gegen Jemand, τῶν Πλαταιέων, gegen die Pl., Thuc. 2, 79; Xen. An. 2, 4, 1.

Greek (Liddell-Scott)

ἐπιστρᾰτεία: Ἰων. -ηΐη, ἡ, ἐπιστρατεία ἐναντίον τινός, Ἡρόδ. 9. 3· τῶν Πλαταιῶν, κατὰ τῶν Πλ., Θουκ. 2. 79· σὺν Κύρῳ Ξεν. Ἀν. 2. 4, 1.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
expédition contre.
Étymologie: ἐπιστρατεύω.

Greek Monolingual

η (Α ἐπιστρατεία και ἐπιστρατηΐη) επιστρατεύω
νεοελλ.
επιστράτευση
αρχ.-μσν.
εκστρατεία.

Greek Monotonic

ἐπιστρᾰτεία: Ιων. -ηΐη, ἡ, πορεία, προέλαση ή εκστρατεία εναντίον, σε Ηρόδ.· με γεν., σε Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

ἐπιστρᾰτεία: ион. ἐπιστρατηΐη ἡ поход (σὺν Κύρῳ Xen.): ἡ τῶν Πλαταιῶν ἐ. Thuc. поход против Платей.

Middle Liddell


a march or expedition against, Hdt.; c. gen., Thuc.