Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐπιφώνημα

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ἐπιφώνημα Medium diacritics: ἐπιφώνημα Low diacritics: επιφώνημα Capitals: ΕΠΙΦΩΝΗΜΑ
Transliteration A: epiphṓnēma Transliteration B: epiphōnēma Transliteration C: epifonima Beta Code: e)pifw/nhma

English (LSJ)

ατος, τό,

   A a witty saying, Plu.Alex.3.    2 Rhet., phrase added by way of ornament or as a finishing touch, Phld.Rh.1.173 S. (dub.), D.H.Rh.10.18, Demetr.Eloc.106, 109, Quint.8.5.11, Hermog. Inv.4.9, S.E.M.2.57.    3 Gramm., interjection, AB100, Hsch.s.v. κόγξ; σίττα· ἐ. αἰξίν, Id.

German (Pape)

[Seite 1002] τό, das Zurufen, Ausruf, bes. gelegentlicher Scherz, Einfall, ἐπιφ. ἐπιπεφώνηκεν Plut. Alex. 3. Bes. bei Rhett. der Zusatz, u. der Schluß der Rede, τὸ ἐν ἐπιλόγοις λεγόμενον D. Hal. rhet. 10, 18. Auch wie ἐπίφθεγμα, Interjection, B. A. 100.

Greek (Liddell-Scott)

ἐπιφώνημα: τό, ἀστεῖος λόγος, Πλουτ. Ἀλέξ. 3. 2) ἐν τῇ Ρητορ., τελειωτικὴ πρότασις περιέχουσα τὸ συμπέρασμα ἢ τὴν ἠθικὴν ἐφαρμογήν, Διον. Ἁλ. Ρητορ. 10. 18, Δημήτρ. Φαλ. 106, 109, Κυντιλ. 8. 5, 11. 3) παρὰ Γραμμ. ὡς παρ’ ἡμῖν, Ἡσύχ. ἐν λέξει κόγξ.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
exclamation ; t. de gramm. interjection.
Étymologie: ἐπιφωνέω.

Greek Monolingual

το (AM ἐπιφώνημα) επιφωνώ
γραμμ. άκλιτες, μονοσύλλαβες κυρίως λέξεις που εκφράζουν συναισθήματα φόβου, θαυμασμού, χαράς, λύπης, έκπληξης κ.λπ. και αποτελούν ένα από τα δέκα μέρη του λόγου
μσν.
1. επιγραφή
2. (βυζ. μουσ.) σύντομη μελωδία που ψάλλεται στους ειρμούς μετά το τέλος τών ψαλλόμενων κρατημάτων
αρχ.
1. (ρητορ.) ζωηρή καταληκτική φράση που περιέχει το συμπέρασμα ή την ηθική εφαρμογή ή γίνεται απλώς για καλλωπισμό του λόγου
2. αστείος λόγος, φράση («Ἡγησίας ὁ Μάγνης ἐπιπεφώνηκεν ἐπιφώνημα κατασβέσαι τὴν πυρκαϊάν ἐκείνην ὑπὸ ψυχρίας δυνάμενον», Πλούτ.)
3. μουσ. επωδός.

Greek Monotonic

ἐπιφώνημα: -ατος, τό, ευφυές ρητό, πνευματώδης λόγος, σε Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

ἐπιφώνημα: ατος τό
1) восклицание, возглас Plut.; грам. междометие;
2) рит. эпифонема, нравоучительное заключение, назидание.

Middle Liddell

ἐπιφώνημα, ατος, τό,
a witty saying, Plut. [from ἐπιφωνέω