Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἕκατι

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἕκᾱτι Medium diacritics: ἕκατι Low diacritics: έκατι Capitals: ΕΚΑΤΙ
Transliteration A: hékati Transliteration B: hekati Transliteration C: ekati Beta Code: e(/kati

English (LSJ)

Dor. and Trag. for ἕκητι (q.v.), Pi.O.4.10, E.Or.26, etc.

German (Pape)

[Seite 752] dor. u. att. = ἕκητι, w. m. s.

Greek (Liddell-Scott)

ἕκᾱτι: Δωρ. καὶ Ἀττ. ἀντὶ ἕκητι, Πόρσων εἰς Εὐρ. Ὀρέστ. 26.

French (Bailly abrégé)

1 par la volonté de : Ἀπόλλωνος, Διὸς … ἕκητι OD par la volonté ou avec l’aide d’Apollon, de Zeus;
2 à cause de : ἀρετῆς ἕκατι SOPH à cause de sa force;
3 quant à, en ce qui regarde, gén..
Étymologie: R. Ϝεκ vouloir ; cf. ἑκών ; lat. vic- de invitus p. *in-vic-tus.

English (Slater)

ἕκᾱτι (
   1 ϝεκ- (O. 14.20), (I. 5.2) coni.: follows or precedes the noun it governs: cf. Leumann, Homerische Wörter, 255f.) prep. c. gen. because of, thanks to
   a of gods. Οὐλυμπιονίκαν δέξαι Χαρίτων θ' ἕκατι τόνδε κῶμον (O. 4.9) οὕνεκ' Ὀλυμπιόνικος ἁ Μινύεια σεῦ ἕκατι i. e. because of Thalia, representing the Graces (O. 14.20) σὺν εὐδοξίᾳ μετανίσεαι ἕκατι χρυσαρμάτου Κάστορος (P. 5.9) εἰ Μναμοσύνας ἕκατι λιπαράμπυκος εὕρηται ἄποινα μόχθων κλυταῖς ἐπέων ἀοιδαῖς (N. 7.15) ἔστι μοι θεῶν ἕκατι μυρία παντᾷ κέλευθος (I. 4.1) Καδμεῖοί νιν οὐκ ἀέκοντες ἄνθεσι μείγνυον, Αἰγίνας ἕκατι for Aigina's sake (N. 4.22) Θεία, σέο ἕκατι καὶ μεγασθενῆ νόμισαν χρυσὸν ἄνθρωποι περιώσιον ἄλλων (Bergk: σέο γ' ἕκατι codd.) (I. 5.2) μελέταν δὲ σοφισταῖς Διὸς ἕκατι πρόσβαλον σεβιζόμενοι (I. 5.29) ]Κλεὸς ἕκατι[ Πα. 7A. 7 = fr. 308 Schr. ἀλλ' ἐγὼ τᾶς (sc. Ἀφροδίτας) ἕκατι κηρὸς ὣς δαχθεὶς ἕλᾳ ἱερᾶν μελισσᾶν τάκομαι (Wil., Hermann: δεκατιτας codd. Athenaei) fr. 123. 10.
   b of specific excellences. τὸν Ἱπποκλέαν ἔτι καὶ μᾶλλον σὺν ἀοιδαῖς ἕκατι στεφάνων θαητὸν ἐν ἅλιξι θησέμεν (P. 10.58) ἐλαφρὸν ὑπερεῖσαι λίθον Μοισαῖον ἕκατι ποδῶν εὐωνύμων δὶς δὴ δυοῖν (N. 8.47) ἀνορέας ἐπέτρεψας ἕκατι σαόφρονος (Pae. 9.46)

Spanish (DGE)

v. ἕκητι.

Greek Monolingual

ἕκατι (δωρ. τ.) (Α)
(αντί ἕκητι) ένεκα.

Greek Monotonic

ἕκᾱτι: Δωρ. και Αττ. αντί ἕκητι.

Russian (Dvoretsky)

ἕκᾱτι: дор.-атт. = ἕκητι.