Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰαχή

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἰᾰχή Medium diacritics: ἰαχή Low diacritics: ιαχή Capitals: ΙΑΧΗ
Transliteration A: iachḗ Transliteration B: iachē Transliteration C: iachi Beta Code: i)axh/

English (LSJ)

ἡ,

   A cry, shout, both of victor and vanquished, Il.15.396, etc.; wail, shriek, Od.11.43; also, a joyous sound, ἰαχὰ ὑμεναίων Pi.P.3.17, cf. E.Tr.337 (lyr., pl.); κροτάλων τυπάνων τε h.Hom.14.3; αὐλῶν Lyr.Adesp.96; συρίγγων E.IA 1039 (lyr.): in pl., generally, shouts of joy, Thgn.779, E.Ba.149 (lyr.); but πολύδακρυς ἰ. A.Pers.940, cf. E.El.142, Ph.1302 (all lyr.). (ϝι-, cf. Il.4.456: a vowel is not elided before it in Ep. exc. in h.Hom. 14.3, Hes.Th.708, Sc.404: Trag. only in lyr.; for the quantity cf. foreg.)

German (Pape)

[Seite 1234] ἡ, Geschrei, bes. Kriegsgeschrei, φόβος τε, Il. 15, 396 u. öfter; φέρον ἰαχήν τ' ἐνοπήν τε Hes. Th. 708; Wehruf, Od. 11, 43; das Ertönen, der Klang, ὑμεναίων Pind. P. 3, 17; πέμψω πολύδακρυν ἰαχάν Aesch. Pers. 902; ἰαχᾷ στεναγμὸς ἦν ὅμοιος Eur. Phoen. 1047; βοάσατ' ἰαχαῖς νύμφαν Tr. 337, öfter; wo die mittlere Sylbe lang ist, bei den Tragg. ἰακχή herzustellen, Aesch. Pers. 939 Eur. El. 143 Or. 1474 Phoen. 1302, nur in Chorgesängen.

Greek (Liddell-Scott)

ἰαχή: ἡ, (ἰάχω) κραυγὴ, βοὴ, ἐν Ἰλ. ἐπί τε τοῦ νικητοῦ καὶ τοῦ ἡττημένου, Ο. 390, κτλ.· κραυγή, θρῆνος, Ὀδ. Λ. 43· ὡσαύτως, κραυγὴ χαρᾶς, ἰαχὰ ὑμεναίων Πινδ. Π. 3. 29, πρβλ. Θέογν. 777· κροτάλων τυμπάνων τε Ὁμ. Ὕμν. 13. 3· αὐλῶν Ποιητὴς παρὰ Πλουτ. 2. 1101Ε· καὶ παρὰ Τραγ. κατὰ τὸ πλεῖστον ἐπὶ ἐπιφωνήσεων χαρᾶς, ὡς Εὐρ. Τρῳ. 937, Βάκχ. 149, Ι. Α. 1039· ἀλλά, πολύδακρυς ἰαχὴ Αἰσχύλ. Πέρσ. 939, πρβλ. ὡσαύτως Εὐρ. Ἠλ. 143, Φοίν. 1302. - Παρ’ Ὁμ. λαμβάνει τὸ δίγαμμα, γένετο ϝιαχὴ Ἰλ. Δ. 456 ὑπὸ ϝιαχῆς Ο. 275, πρβλ. Π. 373, κτλ.· καὶ οὐδέποτε παρ’ αὐτῷ ἐκθλίβεται φωνῆεν πρὸ τοῦ ι, ἂν καὶ τοὐναντίον συμβαίνει ἐν Ὁμ. Ὕμν. 13. 3, Ἡσ. Θ. 708, Ἀσπ. Ἠρ. 404. - Οἱ Τραγ. μεταχειρίζονται αὐτὸ μόνον ἐν λυρικοῖς χωρίοις καὶ ὅπου ἡ παραλήγουσα εἶναι μακρὰ, ὡς ἐν Αἰσχύλ. Πέρσ. 939, Εὐρ. Ἠλ. 143, Τρῳ. 337, Ι. Α. 1039, ὁ τύπος ἰακχὴ ἀποκατεστάθη ὑπὸ τοῦ Πόρσωνος· ἴδε ἐν λ. ἰαχέω: - ἐν Εὐρ. Μηδ. 149 κ. ἀλλ. τὸ ἰαχὰ εἶναι σφάλμα ἀντὶ ἀχά, Δωρ. τύπ. τοῦ ἠχή, ὃ ἴδε.

French (Bailly abrégé)

ῆς (ἡ) :
1 cri de guerre, cri de douleur, lamentation;
2 p. ext. bruit d’instruments, de flûtes.
Étymologie: pour ϜιϜαχή, R. Ϝαχ, cf. ἰάχω.

English (Autenrieth)

(ϝιαχή): loud, sharp cry, shriek; of men in battle, Il. 4.456; the shades in the nether world, Od. 11.43; hunters, Il. 15.275.

Greek Monolingual

ἡ (Α ἰαχή) ιάχω
βοή, κραυγή, αλαλαγμός
αρχ.
κραυγή χαράς («πέμψω πολύδακρυν ἰαχὰν», Αισχύλ.).

Greek Monotonic

ἰαχή: ἡ (ἰάχω), κραυγή, βοή, φωνή, θρήνος, σε Όμηρ.· επίσης, κραυγή χαράς, ἰαχὰ ὑμεναίων, σε Πίνδ., Τραγ.

Russian (Dvoretsky)

ἰᾰχή: иногда ἰακχή, дор. ἰαχά
1) крик, шум (Δαναῶν ἰ. τε φόβος τε Hom.; ἰ. ἄραβός τ᾽ ὀδόντων Hes.): θεσπεσίῃ ἰαχῇ Hom. с ужасным криком;
2) вопль, плач (πολύδακρυς Aesch.);
3) возглас ликования, радостный крик (παμφώνων ὑμεναίων Pind.): βοᾶτε ἀοιδαῖς ἰαχαῖς τε νύμφαν Eur. славьте песнями и кликами новобрачную;
4) звучание, звуки (κροτάλων τυμπάνων τε Hom.; αὐλῶν Plut.).

Middle Liddell

[v. ἰαχή
ἰᾰχή, ἡ, ἰάχω
a cry, shout, wail, shriek, Hom.: also a joyous sound, ἰαχὰ ὑμεναίων Pind., Trag.