Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰάχω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἰάχω Medium diacritics: ἰάχω Low diacritics: ιάχω Capitals: ΙΑΧΩ
Transliteration A: iáchō Transliteration B: iachō Transliteration C: iacho Beta Code: i)a/xw

English (LSJ)

[ῐ, ᾰ, v. sub fin.], lon. impf.

   A ἰάχεσκε Hes.Sc.232; Aeol. ἴαυχεν, = ἴαχεν, Aristarch. ap. Eust. 1654.28:—cry, shout, ἰάχοντες ἐπεσσύμεθ' Od.4.454, etc.; of battle-shouts, Ἀργεῖοι δὲ μέγα ἴαχον Il.17.317; σμερδαλέα ἰάχων 19.41, Od.22.81; shriek in alarm or pain, πρὸς κόλπον . . τιθήνης ἐκλίνθη ἰάχων Il.6.468, cf. 5.343, Od.10.323; δμῳαὶ . . θυμὸν ἀκηχέμεναι μεγάλ' ἴαχον Il.18.29; γοηρὸν ἴαχεν Epigr.Gr. 790.7 (Dyme, iii B.C.): sts. of articulate speech, of a herald, E.El. 707 (lyr.); of the ship Argo, A.R.4.581,592, cf. AP5.298.10 (Agath.).    2 of things, ring, resound, of an echo, περὶ δ' ἴαχε πέτρη Od.9.395, cf. Il.21.10, Limen.15; of waves, ἀμφὶ δὲ κῦμα στείρῃ . . μεγάλ' ἴαχε Il.1.482, Od.2.428, cf. Il.2.394; of fire, roar, 23.216; of a bowstring, twang, 4.125; of hot iron in water, hiss, Od.9.392; of a struck shield, Hes.Sc.232; also μέλαθρον ὑπὸ μολπᾶς ἴαχεν AP7.194 (Mnasalc.).    3 c. acc. cogn., ἰ. μέλος sound forth a strain, Call.Cer.40; ἄνδρες ἐπήρατον ἴαχον ὄρθιον Sapph.Supp. 20c.4; [λογίων ὁδόν] τινι proclaim it to him, Ar.Eq.1016: c. acc.pers., sound one's praises, ἴαχον Ἀπόλλω were sounding his praises, Id.Av.772; με Νεμέα ἴαχεν ἀθλοφόρον Epigr.Gr.932a.—Ep. only 3sg. and pl. impf. and part.: pres. ἰάχει E.El.707: pf. only in part. of the compd. ἀμφιαχυῖα (q. v.): ἰαχέω (q. v.) is commoner in Att. Poets. (ϝιϝάχω, cf. Od.4.454, al.; when ϝ is observed ι is short and the sense pres. or impf.; when a preceding vowel is elided ι is long and the sense aor., as in μεγάλ' ἴαχε Il.1.482, al.: hence in the latter places μεγάλα ϝϝάχε etc. (καὶ εὔαχε (ἔϝϝαχε) in 20.62, ἐν πρώτοισι ϝαχών in 19.424) is prob. cj.: -ᾰ-, exc. in impf. ῐᾱχον (v.l. ἴακχον) Ar.Av.l.c.: wāˇĝh- perh. cogn. with swāˇĝh- in ἠχέω, ἀχέω B.)

German (Pape)

[Seite 1235] nur praes. u. impf., schreien; bes. bei Hom. vom Schlachtgeschrei, Il. 17, 317 Od. 4, 454; vom Schreien eines Kindes, das sich fürchtet, Il. 6, 468; vom Klagegeschrei, 18, 29; von leblosen Dingen, rauschen, πορφύρεον κῦμα ἴαχε νηὸς ἰούσης Il. 1, 482, zischen, vom Stahl, den man in kaltes Wasser taucht, ihn zu härten, Od. 9, 391; ertönen, erklingen, ἰάχεσκε σάκος Hes. Sc. 732; von der Bogensehne, Il. 4, 125; von der Trompete, schmettern, 18, 219; vom Erdröhnen der Gestade, 21, 10, wie Eur. Tr. 828; von der Flöte, Soph. Tr. 639 ch., l. d.

Greek (Liddell-Scott)

ἰάχω: ᾰ, ἴδε ἐν τελ.: Ἰων. παρατ. ἰάχεσκε, Ἡσ. Ἀσπ. Ἡρ. 232· πρκμ. ἴαχα. Κραυγάζω, βοῶ, ἰάχοντες ἐπεσσύμεθ’ Ὀδ. Δ. 454, κτλ.· ἐπὶ πολεμικῶν κραυγῶν, Ἀργεῖοι δέ μέγ’ ἴαχον Ἰλ. Ρ. 317· σμεραλδέα ἰάχων Τ. 41, Ὀδ. Χ. 81· ἐπὶ πτοηθέντος παιδίου, «ξεφωνίζω», πρὸς κόλπον… τιθήνης ἐκλίνθη ἰάχων Ἱλ. Ζ. 468· οὕτως ἐπὶ γυναικὸς ἐν τρόμῳ ἢ ἐν ὀδύνῃ διατελούσης, μέγα ἰάχουσα Ε. 343, Ὀδ. Κ. 328 ἐπὶ δούλων γυναικῶν θρηνολογουσῶν, δμώαι... θυμὸν ἀκηχεμέναι μεγάλ’ ἴσχον Ἰλ. Σ. 29· ἐνίοτε ἐπὶ ἐνάρθρου λόγου, Εὐρ. Ἠλ. 707, Ἀπολλ. Ρόδ. Δ. 581., 592, Ἀνθ. Π. 5. 299. 2) ἐπὶ πραγμάτων, ἠχῶ, ἀντηχῶ, ἀντιλαλῶ ἐπὶ ἠχοῦς, περὶ δ’ ἴαχε πέτρῃ Ὀδ. Ι. 395, πρβλ. Ἰλ. Φ. 10· ἐπὶ κυμάτων, ἀμφὶ δέ κῦμα στείρῃ... μεγάλ’ ἴαχε Ἰλ. Α. 482, Ὀδ. Β. 428, πρβλ. Ἰλ. Β. 394· ἐπὶ πυρός, μέγα δ’ ἴαχε θεσπιδάες πῦρ Ψ. 216· ἐπὶ νευρᾶς τόξου, ἐκβάλλω κλαγγήν, νευρὴ μὲ μέγ’ ἴαχεν, ἆλτο δ’ ὀϊστός Δ. 125· ἐπὶ πεπυρακτωμένου σιδήρου ἐντὸς ὕδατος, σίζω, Ὀδ. Ι. 392· ἐπὶ ἀσπίδος πληττομένης, Ἡσ. Ἀσπ. Ἡρ. 232· ὡσαύτως, μέλαθρον ὑπὸ μολπῆς ἴαχεν Ἀνθ. Π. 7. 194. 3) μετὰ συστοίχ. αἰτ., ἰ. ἀοιδὴν, μέλος, ᾄδειν, μελωδεῖν, Ὁμ. Ὕμν. 18. 18· κακὸν μέλος ἴαχεν Καλλ. εἰς Δήμ. Κάλαθον 40· αὐδήν, φωνὴν Νόνν. Εὐαγγ. κ. Ἰω. 4. 239, κτλ.· φράζευ... λογίων ὁδόν, ἥν σοι Ἀπόλλων ἴαχεν ἐξ ᾀδύτοιο, ἥν σοι ἐξέπεμψε, ἐκ τοῦ ἀδύτου, Ἀριστοφ. Ἱππ. 1016· ἀλλ’ ἴαχον Ἀπόλλω, ἐξύμνουν, ἔψαλλον ὕμνους πρὸς αὐτόν, ὁ αὐτ. ἐν Ὄρν. 772. - Ὁ Ὅμ. καὶ ὁ Ἡσ. μεταχειρίζονται μόνον τὸ γ΄ ἑν. καὶ πληθ. τοῦ παρατ. καὶ τὴν μετοχ.: ὁ ἐνεστ. ἰάχει ὑπάρχει ἐν Ὁμ. Ὕμν. 18.18 (ἔνθα ἡ κοινὴ γραφὴ εἶναι χέει), 27. 7, Εὐρ. Ἠλ. 707 (ἔνθα ἴσως ἰαχεῖ): ὁ πρκμ. μόνον ἐν τῇ μετοχ. τῶν συνθέτων ἀμφιαχυῖα Ἰλ. Β.316: ἰαχέω (ὃ ἴδε) ἢ ἰακχέω εἶναι ὁ κοινότερος τύπος παρ’ Ἀττ. ποιηταῖς. (Τὸ ἰάχω ἦτο ἐξ ἀρχῆς ϝιϝάχω, ὡς φαίνεται ἐκ τοῦ ἐν Ὀδ. Δ. 454 χωρίου, ἡμεῖς δὲ ἰάχοντες, καὶ ἐκ τῶν ἑξῆς, μέγα ἰάχουσα, σμερδαλέα ἰάχων, κτλ., ἴδε ἀνωτ.· αἰὲν ἰάχοντος Ἰλ. Λ. 453· ἀλλ’ ὅμως εὑρίσκομεν συχνὰς ἐκθλίψεις πρὸ τοῦ ι, ὡς, μέγ’ ἴαχον, μεγάλ’ ἴαχε, περὶ δ’ ἴαχε, κτλ., ἴδε ἀνωτ., ὡς καὶ ἐν τοῖς συνθέτοις, ἐπίαχον, ἀμφιαχυῖα· τὸ δὲ καὶ βραχύνεται πρὸ τοῦ ἴαχε, Ἰλ. Υ. 62. Ὅθεν τὸ δίγαμμα παρελείπετο ὅπου τὸ μέτρον ἀπῄτει τοῦτο). τὸ α ἐν τῷ τύπῳ τούτῳ ἀείποτε βραχύ, πρβλ. ἰαχέω· τὸ ι ἐπίσης βραχύ, ἀλλὰ μακρὸν ἐν τῷ παρατ. ἕνεκα τῆς αὐξήσεως, ἥτις ὅμως ἐλλείπει ὁσάκις τὸ μέτρον ἀπαιτεῖ ῐ, Ἰλ. Δ. 506, Ρ. 317, Τ. 41, Ἡσ. Ἀσπ. Ἡρ. 232.

French (Bailly abrégé)

seul. prés., impf. ἴαχον, ao. itér. ἰάχεσκον, pf. ἴαχα;
1 crier, pousser un cri (de guerre, de détresse, de douleur) ; p. ext. faire entendre des sons articulés, parler;
2 en parl. de choses retentir, résonner, faire du bruit.
Étymologie: p. ϜιϜάχω, R. Ϝαχ, résonner, retentir ; cf. ἰαχή.

English (Autenrieth)

(ϝιάχω), ipf. ι<<><>>αχον (ῖ when with augment): cry loud and sharply, shriek, scream; of applause, the cry of battle, of wounded men, Il. 23.766, Il. 4.506, Il. 5.343, etc.; of Circe, threatened with Odysseus's sword, Od. 10.323; of a child, Il. 6.468; transferred to inanimate objects, the ‘twanging’ of the bow-string, Il. 4.125; the ‘blare’ of the trumpet, Il. 18.219; ‘hissing’ of hot iron in water, Od. 9.392; ‘crackling’ of fire, Il. 23.216; but the Eng. words do not involve a personification like the Greek.

Greek Monolingual

ἰαχῶ, -έω (Α)
1. κραυγάζω, φωνάζω («ἰαχήσατε δ' οὐρανῷ», Ευρ.)
2. θρηνώ, οδύρομαι, κλαίω για κάτι
3. αντηχώ, ακούγομαι δυνατά («ὀλολύγματα ἰαχεῑ», Ευρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. ιάχω].
ἰάχω (Α)
1. φωνάζω δυνατά, βγάζω κραυγή (α. «Ἀργεῑοι δὲ μέγα ἴαχον», Ομ. Ιλ.
β. «πρὸς κόλπον... τιθήνης ἐκλίνθη ἰάχων», Ομ. Ιλ.
γ. «θυμὸν ἀκηχέμεναι μεγάλ' ἴαχον», Ομ. Ιλ.)
2. απαγγέλλω κάτι πολύ δυνατά («κᾱρυξ ἴαχεν βάθροις», Ευρ.)
3. ηχώ, αντηχώ, αντιλαλώ (α. «περί δ' ἴαχε πέτρη», Ομ. Οδ.
β. «ἰάχεσκε σάκος», Ησίοδ.)
4. ψάλλω ύμνους προς κάποιον, εξυμνώ («ἴαχον Ἀπόλλῳ», Αριστοφ.)
5. φρ. «ἰάχω ἀοιδήν» ή «ἰάχω μέλος» — άδω, τραγουδώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < -Fάχ-ω, με ενεστωτικό αναδιπλασιασμό. Ο αόρ. ίαχε που μαρτυρείται στον Όμηρο ανάγεται, κατά μία άποψη, σε Fαχείν, Fάχε. Μαρτυρείται και υστερογενής ενεστ. ιαχώ (μέλλ. ιαχήσω) κατά το ηχώ].

Greek Monotonic

ἰάχω: [ᾰ], Ιων. παρατ. ἰάχεσκον, παρακ. ἴαχα, Επικ. θηλ. μτχ. ἰαχυῑα·
1. κραυγάζω, φωνάζω, βοώ, ξεφωνίζω, ως ένδειξη χαράς ή λύπης, όπως το ἰαχέω, σε Όμηρ.· λέγεται για τον έναρθρο λόγο, σε Ευρ., Ανθ.
2. επίσης, λέγεται για πράγματα, ηχώ, αντηχώ, παράγω ήχο, αντιλαλώ, σε Όμηρ.· λέγεται για κύματα και για φωτιά, ξεχύνομαι, «βρυχώμαι», στον ίδ.· λέγεται για τη χορδή του τόξου, δονούμαι, βουΐζω, σφυρίζω, σε Ομήρ. Ιλ.· λέγεται για ζεστό μέταλλο μέσα σε νερό, σφυρίζω, σε Ομήρ. Οδ.
3. με σύστ. αντ., ἰάχω ἀοιδήν, μέλος, ψέλνω ωδή, απαγγέλλω στίχο, σε Ομηρ. Ύμν.· ἰάχειν λογίων ὁδόν, διακηρύσσω τη σημασία των χρησμών, σε Αριστοφ.· ἴαχονἈπόλλω, έψελναν ύμνους προς τιμήν του Απόλλωνα, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ἰάχω: (ᾰ) (aor. iter. ἰάχεσκον, pf. ἴαχα)
1) кричать (Ἀργεῖοι μέγα ἴαχον Hom.): ἡμεῖς ἰάχοντες ἐπεσσύμεθα Hom. мы с криком кинулись (на Протея); ὁ πάϊς πρὸς κόλπον τιθήνης ἐκλίνθη ἰάχων Hom. ребенок с криком припал к груди кормилицы;
2) восклицать, провозглашать (τινί Anth.): κᾶρυξ ἴαχεν Eur. глашатай провозгласил;
3) объявлять, возвещать: ἰ. λογίων ὁδόν τινι Arph. объявить кому-л. смысл прорицаний;
4) петь (ἀοιδήν HH);
5) воспевать (Ἀπόλλω = Ἀπόλλωνα Arph.);
6) звенеть, гудеть (νευρὴ ἴαχεν Hom.; ἰάχεσκε σάκος Hes.): περὶ ἴαχε πέτρη Hom. загудели окрестные скалы;
7) шуметь, бушевать: ἀμφὶ κῦμα στείρῃ ἴαχε Hom. вокруг киля бурлило море; ἴαχε πῦρ Hom. огонь забушевал;
8) трещать, шипеть: ὡς ὅτε ἀνὴρ χαλκεὺς πέλεκυν εἰν ὕδατι ψυχρῷ βάπτῃ ἰάχοντα Hom. словно когда кузнец погружает в холодную воду (раскаленный) шипящий топор.

Frisk Etymological English

Grammatical information: v.
Meaning: cry aloud, shout, shriek, resound, roar (Il.)
Other forms: aor. ἰαχῆσαι (h. Cer. 20), pres. also ἰαχέω with fut. ἰαχήσω (trag.); perf. ptc. ἀμφιαχυῖα (Β 316), to which ἀμφιάχω (Orph., Q. S.);
Compounds: Also περι-, ἐπ-ιάχω (Hom.), ἀντ-ιαχέω (Theoc., A. R.),
Derivatives: ἰαχή cry, noise (Il.; cf. Porzig Satzinhalte 228) with αὑίαχοι (s. v.); ἰάχημα id. (E. in lyr., AP; on the formation Chantraine Formation 186); Ἴακχος, s. v.
Origin: IE [Indo-European] [1110] *u(e)h₂gh- cry, sound
Etymology: From *Ϝι-Ϝάχ-ω with reduplication (on the digamma Chantraine Gramm. hom. 1, 139f.); a thematic aorist *Ϝαχεῖν, *Ϝάχε is since Schulze KZ 29, 230ff. (= Kl. Schr. 330ff.) supposed in the text of Homer for the aorist ἴαχε; s. Chantraine 1, 393, Schwyzer 748. The present (Schwyzer 726 n. 5) perhaps from the aor. ἰαχῆσαι (s. Schwyzer 721); a denominative formation from ἰαχή (Schulze Kl. Schr. 344 n. 1) is less prob. On the unreduplicated ptc. ἀμφι-(Ϝ)αχυῖα Schwyzer 767, Chantraine 1, 421. - The sometimes found (trag.) long α may result from expressive gemination of the velar (cf. Ἴακχος and Schwyzer 315), but influence of the present ἀχέω has also be assumed. - On ἠχή s. v.

Middle Liddell


1. to cry, shout, shriek, in sign either of joy or grief, like ἰαχέω, Hom.; of articulate speech, Eur., Anth.
2. of things, to ring, resound, Hom.; of waves and of fire, to roar, Hom.; of a bowstring, to twang, Il.; of hot iron in water, to hiss, Od.
3. c. acc. cogn., ἰ. ἀοιδήν, μέλος to sound forth a strain, Hhymn.; ἰ. λογίων ὁδόν to proclaim the sense of oracles, Ar.; ἴαχον Ἀπόλλω were sounding his praises, Ar.

Frisk Etymology German

ἰάχω: {iákhō}
Forms: (ep. poet. seit Il.), Aor. ἰαχῆσαι (h. Cer. 20 usw.; Zumbach Neuerungen 32), Präs. auch ἰαχέω mit Fut. ἰαχήσω (Trag. in lyr. usw.); Perf. Ptz. ἀμφιαχυῖα (Β 316), wozu ἀμφιάχω (Orph., Q. S.);
Grammar: v.
Meaning: laut schreien, aufschreien, tosen, rauschen.
Composita : auch περι-, ἐπιάχω (Hom. u. a.) usw., ἀντιαχέω (Theok., A. R.),
Derivative: Davon ἰαχή Geschrei, Lärm (ep. poet. seit Il.; vgl. Porzig Satzinhalte 228) mit αὐίαχοι (s. d.); ἰάχημα ib. (E. in lyr., AP; zur Bildung Chantraine Formation 186); Ἴακχος, s. d.
Etymology : Aus *ϝιϝάχω mit Präsensreduplikation (zum Digamma Chantraine Gramm. hom. 1, 139f.); ein thematischer Aorist *ϝαχεῖν, *ϝάχε wird seit Schulze KZ 29, 230ff. (= Kl. Schr. 330ff.) im Homertext für das als Aorist fungierende ἴαχε vermutet; s. dazu auch Chantraine 1, 393, Schwyzer 748. Das Präsens erklärt sich am einfachsten als Neubildung nach den Schallverba auf -έω (Schwyzer 726 A. 5), es kann aber auch vom Aor. ἰαχῆσαι ausgehen (vgl. Schwyzer 721); eine denominative Bildung von ἰαχή (Schulze Kl. Schr. 344 A. 1) ist weniger wahrscheinlich. Zum unreduplizierten Ptz. ἀμφι-(ϝ)αχυῖα Schwyzer 767, Chantraine 1, 421. — Die mitunter in der Tragödie auftretende Länge der Stammsilbe kann auf expressiver Gemination des Gutturals beruhen (vgl. Ἴακχος und Schwyzer 315), aber näher liegt Einfluß vom Präsens ἀ̄χέω. Zu ἠχή, s. d.
Page 1,706-707