Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰσόχρονος

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
Full diacritics: ἰσόχρονος Medium diacritics: ἰσόχρονος Low diacritics: ισόχρονος Capitals: ΙΣΟΧΡΟΝΟΣ
Transliteration A: isóchronos Transliteration B: isochronos Transliteration C: isochronos Beta Code: i)so/xronos

English (LSJ)

ον,

   A equal in period of revolution, οἱ ἀπλανεῖς ἀστέρες ἰσόχρονοί εἰσιν ἀλλήλων Eudox.Ars16.15; equal in period of maturity, cj. in Thphr.CP1.18.3 (περισσόχρονος codd., παρισό- Schneid., alternatively).    2 contemporary, Gloss.; τινος Vit. Theoc.    3 even, regular, σφυγμός Gal.8.830.    4 Adv. -νως Eudox.Ars5.8, Gem.6.27, S.E.M.5.83, Ruf.Syn.Puls.3.    II Gramm., consisting of the same number of time-units, A.D.Synt.272.23, Hermog.Id.1.12, Aristid.Quint.1.23.

German (Pape)

[Seite 1268] gleich an Zeit, gleich alt, Theophr. u. Sp. – Auch adv., Sezt. Emp. adv. math. 6, 83.

Greek (Liddell-Scott)

ἰσόχρονος: -ον, ὁμόχρονος, σύγχρονος, ἐγένετο δὲ ὁ Θεόκριτος ἰσόχρονος τοῦ Ἀράτου Βίος Θεοκρίτου. ― Τὸ ἐν Θεοφρ. π. Φυτ. Αἰτ. 1. 8, 3, ἰσόχρονα κατὰ τὰς κινήσεις (κοιν. παρισόχρονα) ὁ Schneid. διώρθωσε περισσόχρονα. ― Ἐπίρρ. -νως Γεμῖν. 789D, Σέξτ. Ἐμπ. 743, 8. ΙΙ. παρὰ Γραμμ., ἔχων τὸν αὐτὸν χρόνον, ὁμόχρονος, Δράκ. 26, 13., 142, 24, Ἀπολλών. π. Συντάξ. 257. ― Ἐν τῇ μετρικῇ: «ἰσόχρονος (στίχος)... ἐστὶν ὁ τὰ μεγέθη τῶν συλλαβῶν καὶ τοὺς πόδας ἀπὸ τῶν πρώτων μέχρι τῶν ἐσχάτων τὰ αὐτὰ ἔχων, ἤγουν ἐξ ὅλων σπονδείων συγκείμενος ὡς τὸ (Ὀδ. Φ. 15): τὼ δ’ ἐν Μεσσήνῃ ξυμβλήτην ἀλλήλοιϊν» Σχόλ. εἰς Ἡφαιστ. σ. 184, ἔκδ. Gaisf.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
égal en durée t. de gramm.
Étymologie: ἴσος, χρόνος.

Greek Monolingual

-η, -ο (ΑΜ ἰσόχρονος, -ον)
1. αυτός που γίνεται κατά την ίδια χρονική στιγμή, σύγχρονος
2. αυτός που γίνεται κατά ίσα χρονικά διαστήματα
νεοελλ.
φρ. «ισόχρονη γραμμή» — νοητή γραμμή που συνδέει όλα τα γεωγραφικά σημεία στα οποία αρχίζει να εκδηλώνεται καταιγίδα την ίδια ακριβώς ώρα
αρχ.
1. (για σφυγμό) κανονικός, ομαλός
2. γραμμ. αυτός που έχει τον ίδιο χρόνο, ομόχρονος
3. φρ. «στίχος ἰσόχρονος» — στίχος που αποτελείται από όμοιους πόδες, ολοδάκτυλος, ολοσπόνδειος κ.λπ.
επίρρ...
ισοχρόνως και -α (ΑΜ ἰσοχρόνως)
1. κατα ίσα χρονικά διαστήματα
2. συγχρόνως.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἰσ(ο)- + -χρονος (< χρόνος), πρβλ. ομοιό-χρονος, υστερό-χρονος].

Russian (Dvoretsky)

ἰσόχρονος: досл. имеющий одинаковую длительность, стих. равный по количеству.