Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἱκανοδότης

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἱκᾰνοδότης Medium diacritics: ἱκανοδότης Low diacritics: ικανοδότης Capitals: ΙΚΑΝΟΔΟΤΗΣ
Transliteration A: hikanodótēs Transliteration B: hikanodotēs Transliteration C: ikanodotis Beta Code: i(kanodo/ths

English (LSJ)

ου, ὁ,

   A one who gives security, BGU1189.3.    II one who requites, ὁ ἱ. θεός PMasp.6ii82(vi A.D.).

Greek Monolingual

ἱκανοδότης, ὁ, θηλ. ἱκανοδότις, -ιδος (ΑΜ)
αυτός που παρέχει ασφάλεια, εγγύηση, ο εγγυητής
αρχ.
αυτός που ανταποδίδει, αυτός που ανταμείβει.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἱκανός + -δοτης (< δότης < δίδωμι), πρβλ. εργο-δότης, τροφο-δότης.