Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἱκανοδότης

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: ἱκᾰνοδότης Medium diacritics: ἱκανοδότης Low diacritics: ικανοδότης Capitals: ΙΚΑΝΟΔΟΤΗΣ
Transliteration A: hikanodótēs Transliteration B: hikanodotēs Transliteration C: ikanodotis Beta Code: i(kanodo/ths

English (LSJ)

ου, ὁ,

   A one who gives security, BGU1189.3.    II one who requites, ὁ ἱ. θεός PMasp.6ii82(vi A.D.).

Greek Monolingual

ἱκανοδότης, ὁ, θηλ. ἱκανοδότις, -ιδος (ΑΜ)
αυτός που παρέχει ασφάλεια, εγγύηση, ο εγγυητής
αρχ.
αυτός που ανταποδίδει, αυτός που ανταμείβει.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἱκανός + -δοτης (< δότης < δίδωμι), πρβλ. εργο-δότης, τροφο-δότης.