Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὕβρισμα

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: ὕβρισμα Medium diacritics: ὕβρισμα Low diacritics: ύβρισμα Capitals: ΥΒΡΙΣΜΑ
Transliteration A: hýbrisma Transliteration B: hybrisma Transliteration C: yvrisma Beta Code: u(/brisma

English (LSJ)

ατος, τό,

   A wanton act, insolent act, outrage, Hdt.7.160, E.Ba.516 (both pl.), etc.; ὕβρισμα . . ἐς τούτους εἶχε ἐκ τῶν Σαμίων γενόμενον Hdt.3.48; τόδ' ὕ. ἐς ἡμᾶς ἠξίωσεν ὑβρίσαι E.Heracl.18, cf. X. Ath.3.5; τὰ τούτων ὑ. εἰς ἐμέ D.21.80.    II object of insolence, ὕβρισμα θέσθαι τινά, = ὑβρίζειν, E.Or.1038.    III abstract for concrete, τετρασκελὲς ὕβρισμα = τετρ. ὑβρισταί, of the Centaurs, Id.HF 181.

Greek (Liddell-Scott)

ὕβρισμα: τό, πρᾶξις θρασεῖα καὶ ἀλαζονικὴ καὶ ἀκόλαστος, προσβολή, κάκωσις, Λατ. contumelia, Ἡρόδ. 7. 160, Εὐρ. κλπ., ὕβρισμα... ἐς τούτους εἶχε ἐκ τῶν Σαμίων γενόμενον Ἡρόδ. 3, 48· τόδ’ ὕβρισμ’ ἐς ἡμᾶς ἠξίωσεν ὑβρίσαι Εὐρ. Ἡρακλ. 18, πρβλ. Ξεν. Ἀθην. 3. 5. τὰ τούτων ὑβρίσματα εἰς ἐμὲ Δημ. 540. 20· πρβλ. ὑβρίζω ΙΙ. 2. ΙΙ. ἀντικείμενον ὕβρεως, ὕβρισμα θέσθαι τινὰ = ὑβρίζειν, Εὐρ. Ὀρ. 1038. ΙΙΙ. τὸ ἀφῃρημένον ἀντὶ τοῦ συγκεκριμένου, τετρασκελὲς ὕβρ. = τετρ. ὑβρισταί, ἐπὶ τῶν Κενταύρων, ὁ αὐτ. ἐν Ἡρ. Μαιν. 181. - Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 419.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
outrage, mauvais traitement, violence.
Étymologie: ὑβρίζω.

Greek Monotonic

ὕβρισμα: -ατος, τό (ὑβρίζω),
I. αυθάδης ή αναιδής πράξη, προσβολή, σε Ηρόδ., Ευρ. κ.λπ.· τόδ' ὕβρισμα ἐς ἡμᾶς ἠξίωσεν ὑβρίσαι, σε Ευρ., Ξεν.· τὰ τούτων ὑβρίσματα εἰς ἐμέ, σε Δημ.
II. αντικείμενο ύβρης, ὕβρισμα θέσθαι τινά = ὑβρίζειν, σε Ευρ.
III. = ὑβριστής, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ὕβρισμα: ατος τό
1) бесчинство, насилие, оскорбление (εἴς τινα Her., Eur., Xen., Dem.): περὶ πότους ὑβρίσματα Plut. разнузданные попойки;
2) собир. насильники, разбойники: τετρασκελὲς ὕ. Κενταύρων γένος Eur. буйное (разбойничье), четвероногое племя кентавров;
3) жертва насилия: ὕ. θέσθαι τινά Eur. учинить насилие над кем-л.

Middle Liddell

ὕβρισμα, ατος, τό, ὑβρίζω
I. a wanton or insolent act, an outrage, Hdt., Eur., etc.; τόδ' ὕβρισμ' ἐς ἡμᾶς ἠξίωσεν ὑβρίσαι Eur., Xen.; τὰ τούτων ὑβρίσματα εἰς ἐμέ Dem.
II. an object of insolence, ὕβρισμα θέσθαι τινά = ὑβρίζειν, Eur.
III. = ὑβριστής, Eur.